Καθώς ο Βλάσης άκουγε τα κατορθώματα των άλλων με την Καίτη, γούρλωνε τα μάτια του.

Μετά άρχισε να κάνει ερωτήσεις.

  • Καίτη, ε;

-Καίτη.

-Και που ακριβώς είναι;

  • Καλά ρε πόντιε, τι σε νοιάζει εσένα; Αφού εσύ έχεις γκόμενα!

Ο Βλάσης δεν κώλωσε.

-Λέγε, λέγε…

-Ρε, είσαι σοβαρός;

Σε κάθε περίπτωση, σοβαρολογούσε.

Λίγες μέρες μετά ήρθε στη σχολή μ’ ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά.

-Ρε μαλάκα,πήγες στην Καίτη;

-Φοβερή!

Του έκαναν πλάκα ότι αν το μάθαινε η Μαρία, θα του έκανε διάφορα φρικαλέα και αποτρόπαια.

Το χαμόγελο έμενε σταθερά ως τ’ αυτιά.

Ένας ένας ζευγάρωσαν και οι άλλοι και ξέχασαν την Καίτη.

Όχι όμως ο Βλάσης.

Επί πέντε χρόνια, μέχρι που πήρε πτυχίο και έφυγε από τη Θεσσαλονίκη με την αρραβωνιαστικιά του και μετέπειτα γυναίκα του, ήταν ο πιο τακτικός της πελάτης της.

-Ρε μαλάκα, πας που πας. Σε άλλη δεν πήγες;

Ο Βλάσης μέχρι που παρεξηγήθηκε.

-Για ποιον με πέρασες;

-Μα τι στο διάολο έχει αυτή η Καίτη;

Στο πρόσωπο του Βλάση σχηματίστηκε το γνωστό χαμόγελο.

-Η Καίτη; Φοβερή!