Στον Έβρο, ήμουν οδηγός. Πολύ δουλειά, αλλά επειδή ήταν στ’ αυτοκίνητα, δε με πείραζε. Μια μέρα ήρθε στο ΚΨΜ ένας ψηλός έφεδρος, υπεύθυνος στην αποθήκη πυρομαχικών. Χρειαζόταν μια μεταφορά, από μιαν άλλη αποθήκη. Έτσι γνωριστήκαμε. Η μεταφορά τελείωσε σε λίγα λεπτά, με ρώτησε αν γουστάρω να ρίξουμε καμιά σφαίρα.

«Έχω 140 σφαίρες πιστολιού περίσσευμα» είπε «Καλύτερα να τις μπουμπουνίσω, παρά τις εμφανίσω σε κάποια κατάσταση» Τον κοίταξα περίεργα, επειδή τα έλεγε αυτά γελαστός.

Πίσω από τον όρχο υπήρχε κάτι σαν άτυπο σκοπευτήριο. Είχα δει αξιωματικούς να πηγαίνουν και να ρίχνουν. Ο δόκιμος είχε ένα πιστόλι, υπηρεσιακό, έριξε έξι σφαίρες, οι μισές πήγαν στο κέντρο του ταλαιπωρημένου μεταλλικού στόχου.

«Σειρά σου» είπε.

Η πρώτη σφήνωσε στο όριο του κέντρου. Διόρθωσα και οι άλλες πέντε πήγαν κέντρο.

«Τι κάνεις εκεί, ρε; Πλάκα κάνεις τώρα;»

Δε μπορούσε να το πιστέψει.

«Πάμε, πάλι! Μακρύτερα!»

Η απόσταση δεν άλλαξε την κατάταξη: ήταν πολύ καλός, αλλά ήμουν λίγο καλύτερος.

«Που έμαθες να ρίχνεις, ρε μαύρε;»

Από τότε με φώναζε Μαύρο, επειδή ήμουν σκουρόχρωμος, αλλά και γιατί το επίθετό μου είναι Μαυρίδης.

«Στη στάνη» μουρμούρισα. Έβαλε τα γέλια.

«Μη γελάς, κύριε δόκιμε. Ο παππούς μου είχε ολόκληρο οπλοστάσιο, από τα αντάρτικα. Και σφαίρες, πολλές. Έμαθα να ρίχνω πριν πάω σχολείο»

«Ρίχνεις έτσι καλά και με G3;»

Έγνεψα ναι.

«Και με αυτόματα και με οπλοπολυβόλο και με πολυβόλο. Μόνο με κανόνι δεν έχω ρίξει»

«Γιατί δεν έγινες πολυβολητής, σκοπευτής;»

«Για το δίπλωμα του οδηγού. Πρέπει να κάνω μια δουλειά για να ζήσω, όταν φύγω από δω»

 

*

 

Κάθε Τρίτη  βράδυ ο Στρατός έχει νυχτερινή άσκηση  στην οποία έρχονται όλοι, αξιωματικοί και φαντάροι. Τις ώρες της νυχτερινής από το Τάγμα μείναμε στο στρατόπεδο όσοι είχαμε σκοπιά  εκείνες τις ώρες, ο δόκιμος που ήταν βοηθός επόπτη στρατοπέδου και μία υπολοχαγός, η οποία παρέμεινε στη διοίκηση γιατί παραπονέθηκε στον Διοικητή ότι αισθανόταν ζαλάδες. “Μπορεί να είμαι έγκυος”  πρόσθεσε  και ο Διοικητής έσπευσε να την απαλλάξει  και της είπε να περιμένει να λήξει η νυχτερινή, για να επιστρέψουν στο σπίτι μαζί με τον άντρα της, λοχαγό, ο οποίος  υπηρετούσε σε κάποιο διπλανό Τάγμα, που είχε κιόλας ξεκινήσει.

O δόκιμος με φώναξε και εμένα στο  παιγνίδι  με την κυρία. “Κι αν γίνει καμιά έφοδος…”  ξεκίνησα να λέω, αλλά σταμάτησα γιατί όταν γίνονται νυχτερινές τις εφόδους τις κάνει ο βοηθός επόπτης στρατοπέδου.

Όταν ακούστηκε από μακριά η φασαρία  της νυχτερινής που επέστρεφε, βρισκόμουν ξανά στη σκοπιά  και κάναμε τσιγαράκι με τον δόκιμο.

“Ευχαριστώ…”  είπα.

“Μη γίνεσαι μαλάκας!” απάντησε γελαστός, έσβησε το τσιγάρο στον κορμό του δέντρου και τράβηξε προς την Πύλη, για να υποδεχθεί  τα νυχτερινά στρατεύματα.

Γίναμε κολλητοί με τη μία. Δεν ξέρω γιατί, όποιος μας έβλεπε θα έλεγε ότι δεν ταιριάζουμε καθόλου. Εγώ κοντός, μαυριδερός, τυπική ποντιακή φάτσα, σκαντζόχοιρος, τα λόγια μου δύσκολα, το χαμόγελο ακόμα πιο δύσκολο. Αυτός ψηλός, ξανθός, ομορφόπαιδο, κοινωνικός, με λέγειν, με τρόπους, με τα όλα του. Αλλά το έλεγε η καρδιά του.

*

Έμεναν σαράντα μέρες για να απολυθούμε. Κατά σύμπτωση, θα απολυόμαστε μαζί. Ήταν πάλι βοηθός επόπτης, ήρθε και με βρήκε στη σκοπιά, στο γερμανικό.

“Τον ξέρεις τον Ευγενίδη;”

Τον ήξερα, ταγματάρχης, μεγάλη σκατόφατσα.  Έριχνε φυλακές αβέρτα.

“Είναι υπεύθυνος υλικού”

“Και τι μας νοιάζει εμάς;” σκέφτηκα, αλλά δεν μίλησα.

“Είναι υπεύθυνος και για τα λεφτά που διακινεί το Τάγμα και τις πληρωμές που κάνει, από τους μανάβηδες και τους εμπόρους μέχρι τα ανταλλακτικά  στον όρχο  και κάθε τι πού αγοράζει το Τάγμα”

Περίμενα να δω που το πάει.

“Ο τύπος παίζει χαρτιά. Πηγαίνει και στο καζίνο, όποτε μπορεί. Βάζει χέρι στα λεφτά της Υπηρεσίας. Μέχρι τώρα έχει άνοιγμα τέσσερα εκατομμύρια δραχμές. Τον έχουν πάρει είδηση, φυσικά”

Ανάψαμε τσιγάρα.

“Έχει δυο κουνιάδους. Ο ένας είναι υποστράτηγος. Ο άλλος, ακόμα καλύτερα, είναι υπουργός. Πάνε να τον καλύψουν και να τον σώσουν. Το θέμα είναι ότι αύριο μεσημέρι πηγαίνει στην Εθνική Τράπεζα και σηκώνει λεφτά, για να κάνει μεθαύριο τις πληρωμές του μήνα. Κάπου εννέα εκατομμύρια”

“Που τα ξέρεις αυτά;”

Ο δόκιμος χαμογέλασε.

“Είναι από τα βασικά θέματα συζήτησης στη Λέσχη Αξιωματικών της Αλεξανδρούπολης. Σε έναν κύκλο, εννοείται.  Απ’ αυτούς πήρα μια γενική εικόνα, κάποιες λεπτομέρειες τις έμαθα από τις γυναίκες τους και τα υπόλοιπα που έπρεπε να μάθω, τα φρόντισα ο ίδιος.  Λοιπόν,  αύριο το βράδυ ο Ευγενίδης θα έχει 9 εκατομμύρια δραχμές στο χρηματοκιβώτιο που βρίσκεται στο γραφείο δίπλα στο γραφείο του διοικητή. Για λόγους ασφαλείας μπαίνει επόπτης στρατοπέδου, ώστε να  έχει το νου του στα λεφτά ο ίδιος. Εγώ δεν έχω υπηρεσία, αλλά…”

“…”

“Γνωρίζω τους αριθμούς που ανοίγουν το χρηματοκιβώτιο”

Τινάχτηκα.

“Πώς;”

“Πριν δυο βδομάδες, όταν άρχισα να στήνω το σχέδιο στο μυαλό μου, έβαλα μια κάμερα και είχα εικόνα στον υπολογιστή που έχουν οι αξιωματικοί υπηρεσίας για να παίζουν πασιέντζα και να βλέπουν τσόντες από DVD”

“Είπες, σχέδιο;”

“Μαύρε, απολυόμαστε σε λίγο… Θα σε πείραζε να μην είμαστε απένταροι, μόλις φύγουμε από δω και η ζημιά να χρεωθεί στο χαρτόμουτρο;”

Δε θα με πείραζε καθόλου.

 

*

 

Εκείνο το βράδυ ο Δόκιμος το πέρασε στη Λέσχη, μαζί με τους μισούς αξιωματικούς της Φρουράς Αλεξανδρούπολης. Εγώ είχα σκοπιά, 10-12 και περίμενα την έφοδο. Ο Ευγενίδης ήρθε στην ώρα του, περί τις 10.20’ και έφυγε από μένα ένα λεπτό αργότερα, για την επόμενη σκοπιά.

Τροχάδην μέσα από τις σκιές ως το διοικητήριο, έξι λεπτά. Πλαϊνή πόρτα, αντικλείδι, είσοδος. Γραφείο διοικητή, αντικλείδι, είσοδος. Διπλανό γραφείο, αντικλείδι, είσοδος. Το χρηματοκιβώτιο ήταν στη θέση του, καλυμμένο άτσαλα με μια κουβέρτα. Τρεις αριθμοί, κλικ, άνοιξε. Γεμάτο. Πήρα ακριβώς 3.700.000, όσα είχε πει ο δόκιμος. Και 6-7 δεκαχίλιαρα από την επόμενη στοίβα, για πάρτη μου. Δεν ήταν κακό, νομίζω. Αντίστροφη πορεία, τα αντικλείδια ήταν πάνω στις πόρτες, κλείδωνα, τα έπαιρνα. Έμπα έβγα κράτησε λιγότερο από τέσσερα λεπτά. Κι άλλα έξι η επιστροφή. Σύνολο 16 λεπτά απουσία από τη σκοπιά. Ούτε οι κουκουβάγιες στο απέναντι δέντρο με πήραν είδηση.

Όπως είχε προβλέψει ο Δόκιμος, κανένας δεν πίστεψε τον Ευγενίδη ότι του έκλεψαν 3.770.000  δραχμές και άφησαν απείραχτα άλλα πέντε και εκατομμύρια. Εξάλλου, διάρρηξη δεν υπήρχε, σε καμιά από τις τρεις πόρτες. Το κυριότερο, το συνδυασμό του χρηματοκιβωτίου τον ήξεραν μόνο δύο άτομα: ο ίδιος και ο διοικητής. Ο οποίος, παραλίγο να πνίξει τον ταγματάρχη με τα χέρια του, όταν αρνιόταν πεισματικά ότι είχε βουτήξει τα λεφτά, για να πληρώσει τα χρέη του στο τζόγο.

Τελικά το κουκούλωσαν και δεν τον έδιωξαν καν από το Στρατό. Απλώς, οι κουνιάδοι του φρόντισαν να τον κρατάνε σε υπηρεσίες όπου δεν υπήρχε η παραμικρή σχέση με δραχμές ή, λίγο αργότερα, με ευρώ. Απλά δεν έγινε στρατηγός. Αποστρατεύτηκε  ταξίαρχος.

 

*

 

Από την πρώτη στιγμή ξέραμε με τι θα ασχοληθούμε: με τον τζόγο. Ο  Δόκιμος έλεγε ότι μόνο ο τζόγος δίνει σίγουρα λεφτά.  Κι αν σου κλείσουν ένα μαγαζί,  μπορείς εύκολα  να ανοίξεις ένα άλλο,  παραδίπλα.

Σκεφτήκαμε αν έπρεπε να κατέβουμε Αθήνα ή  να πιάσουμε τη Θεσσαλονίκη.  Η Θεσσαλονίκη είχε ένα κακό και ένα καλό.  Ήταν μικρή,  αλλά ήταν πολύ κοντά στα σύνορα.

“Θα δουλέψουμε με Βούλγαρους και Σκοπιανούς” έλεγε ο Δόκιμος “και κάποια στιγμή θα έχουμε μαγαζιά σε τρεις χώρες”

Δεν μίλαγε στον αέρα: όλα αυτά είχαν γίνει, σε λιγότερο από 3 χρόνια.

Τα φρουτάκια είχαν τρελή ζήτηση.  Όχι μόνο από τους τζογαδόρους,  αλλά και από όσους ήθελαν  να γίνουν επιχειρηματίες. Δημόσιοι υπάλληλοι,  συνταξιούχοι, φιλόδοξοι φλώροι, ακόμα και  νοικοκυρές.  Αυτοί  συνεταιρίζονταν με μια εταιρεία που τους έδινε τα μηχανήματα  και την ειδική γνώση, πώς πρέπει να στήνεται ένα μαγαζί με φρουτάκια, τους σύστηνε 2-3  παιδιά τα οποία θα φρόντιζαν για την ασφάλεια  και την ησυχία και αυτό ήταν όλο. Τα έξοδα, δηλαδή ενοίκιο, προσωπικό και αβαρίες ήταν όλα του συνεταίρου. Τα κέρδη,  μοιράζονταν, ανάλογα.  Δεν θυμάμαι καμία περίπτωση που η εταιρεία  να πήρε λιγότερο από 35%.

Κάθε  τόσο,  φροντίζαμε να κάνουμε ανανέωση στα μηχανήματα,  για να κρατάμε το ενδιαφέρον  των παικτών. Τώρα βάζεις  30 – 40 laptop στη σειρά και κάνεις τη δουλειά σου.  Την εποχή που μιλάμε,  λίγο πριν το 2000,  κάθε ανανέωση υλικού χρειαζόταν φορτηγό.

 

*

 

Είμαστε εμείς, αλλά ήταν και άλλοι που δοκίμαζαν.  Ένας-ένας έσπαγε τα μούτρα του. Οι περισσότεροι, δεν τους έκοβε να στήσουν τέτοιες δουλειές  και στο δεύτερο τρίτο μαγαζί που άνοιγαν, η κατάστασή τους ξέφευγε. Δεν είχαν το ταλέντο του Δόκιμου. Κι αν κάποιος το είχε, την πάταγε στην πρώτη δυσκολία, γιατί δεν είχε  το σιδερένιο χέρι του Μαύρου, να κρατάει την τάξη.

“Για να βγάλεις πολλά, θα δώσεις πολλά. Πρώτα-πρώτα στους συνεταίρους. Και όταν έρθει η ώρα να την πατήσουν, κάτι που θα συμβεί εννέα στις δέκα φορές, θα είσαι κύριος μαζί τους. Ούτε ζόρια, ούτε απαιτήσεις. Ό,τι έβγαλες, έβγαλες. Αν κάποιος σου χρωστάει ένα εκατομμύριο δραχμές και δεν έχει, άστο να πάει στο διάολο. Γιατί αν το πάμε αλλιώς, γίναμε μαφία, Μαύρε. Και οι μαφιόζοι έχουν πάντα κακό τέλος”

Περισσότερο και από τους συνεταίρους προσέχαμε τους παίκτες. Υπήρχαν πάντα  καφέδες, χυμοί, ποτά  και σνακ στη  διάθεσή τους.  Ειδικά το δικό μας μαγαζί,  που το κρατούσαμε εγώ και ο Δόκιμος, στην περιοχή του Γαλλικού Ινστιτούτου, ήταν ένα μικρό παλάτι στην πολυτέλεια και στην εξυπηρέτηση των παικτών.  Απέξω, δηλαδή, ήταν μία απλή καφετέρια. Μία κρυφή πόρτα, που ελεγχόταν ηλεκτρονικά, οδηγούσε τους μυημένους παίκτες στη σάλα με τα φρουτάκια και τις δύο ρουλέτες. Μπορούσαν να παίζουν ταυτόχρονα  μέχρι 50 άτομα, χωρίς να δημιουργείται  πρόβλημα.

Φυσικά  δανείζαμε  τους καλούς παίκτες που είχαν μια ατυχία.  Συνήθως τα έφερναν την άλλη μέρα, plus 20%.

 

*

 

Οι σερβιτόρες μας, κορίτσια από τα Βαλκάνια,  την Ουκρανία και τη Ρωσία ήταν  διαλεγμένες μία και μία.  Χρειαζόταν δύο επιπλέον προσόντα,  να χαμογελάνε και να ξέρουν να φτιάχνουν καφέ.  Δηλαδή φραπέ, τότε όλοι έπιναν φραπέ με το καλαμάκι. Ως  εκεί, όμως.  Δεν απαγορευόταν το φλερτ,  απαγορεύονταν το κόλλημα και η πίεση. Τα παιδιά  πού βρισκόταν μέσα στη σάλα,  ήταν πάντα το νου τους,  να τις προσέχουν.

“Σε μας έρχεται και παίζει όλη η θεοσεβούμενη Θεσσαλονίκη,  γυναίκες και άντρες.  Τίποτα δεν πρέπει να τους αναστατώνει, έξω από το παιχνίδι”

Τα παιδιά, πάλι, ήταν όλοι νεαροί, σχεδόν όλοι Έλληνες από Ρωσία ή μετανάστες από τα Βαλκάνια.  Όλοι είχαν στο πρόγραμμα  ώρες για μάθημα σε μια σχολή Πολεμικών Τεχνών, που συντηρούσε ένας πατριώτης μου στον Εύοσμο. Ακόμα και ο Δόκιμος ερχόταν τακτικά, γιατί είχε πάντα τη λογική ότι οποιοδήποτε πρόβλημα είναι καλύτερο να λύνεται με τα χέρια, παρά με πυροβολισμούς.

 

*

Λίγο μετά τους Ολυμπιακούς του 2004 είχαμε 36 μαγαζιά στη Θεσσαλονίκη  κι άλλα 12  σε Κατερίνη,  Σέρρας,  Καβάλα,  Αλεξανδρούπολη.  Ετοιμάζαμε και 2 καζίνο πολυτελείας, στα σύνορα με Βουλγαρία και Σκόπια, για τους παίκτες της Μακεδονίας και της Θράκης. Αλλά αυτό που φαινόταν ότι θα έχει μεγάλο μέλλον, ήταν ο ηλεκτρονικός τζόγος. Ήμασταν από τους πρώτους και καλύτερους που επένδυσαν σ’ αυτή την αγορά. Η οποία ήταν πια διεθνής, λόγω του ευρώ. Ο Δόκιμος έφερε τους καλύτερους κομπιουτεράδες από Μόσχα, Βρυξέλες, Βυρηττό  και Αθήνα. Πράγματι, από τον ηλεκτρονικό τζόγο βγάλαμε πολλά περισσότερα και μάλιστα ξεκούραστα. Ισχύει και σήμερα που μιλάμε.

 

*

 

Η ΕΛΑΣ ήταν πρόβλημα, αλλά όχι το σοβαρότερο από όσα είχαμε. Ξέραμε ότι όταν έχεις τριάντα μαγαζιά, η αστυνομία θα χτυπήσει μερικά. Κανένα πρόβλημα. Μπορεί να  έκλειναν δέκα σε ένα χρόνο, θα άνοιγαν περισσότερα. Το μόνο που δεν έπρεπε να συμβεί ποτέ ήταν να κλείσει το μαγαζί  στο Γαλλικό Ινστιτούτο και να πιαστούμε  ο Δόκιμος και ο Μαύρος. Πάντα υπήρχαν οι αυτοφοράκηδες, που τους περνούσαν χειροπέδες αντί για εμάς.  Και ένας πολύ καλός δικηγόρος. Καλός, με την έννοια ότι ήξερε ποιοί  δικαστές και  μπάτσοι τα παίρνουν. Αυτό δηλαδή που μας ενδιέφερε.

Το μεγάλο μαγαζί  χτυπήθηκε τρεις φορές, κι άλλη μία το γκρεμίσαμε μόνοι μας, θα πω παρακάτω πώς έγινε, αλλά ακόμα  και σήμερα είναι το καλύτερο φρουτάδικο της  Θεσσαλονίκης. Έχει μια τρομερή διακόσμηση, τύπου Λας Βέγκας,  καμιά εκατοστή laptop  και τις δύο κλασικές ρουλέτες. Για τους ρομαντικούς  κρατήσαμε και έξι φρουτάκια από τα παλιά, αυτά που μοιάζουν με τζουκ μποξ. Μη νομίζεις, είναι ολόκληρη επιστήμη να στήνεις το σκηνικό. Σ’ αυτά ο Δόκιμος δεν είχε το ταίρι του.

Η ΕΛΑΣ, βασικά δεν ενδιαφέρεται. Δεν μιλάμε για απλά μπατσόνια, αλλά για τους αξιωματικούς.  Δεν τους νοιάζει.  Αν ήθελαν να μας  ξηλώσουν μία και καλή, θα μας γαμούσαν χωρίς έλεος, σε τρεις βδομάδες μέσα. Φτάνει να έβαζαν υπεύθυνους  τους σωστούς ανθρώπους και όχι τα μοσχάρια  που μόλις πήραν προαγωγή και έγιναν βόδια. Ούτε εκείνους  που φοβούνται τον ίσκιο τους  και ενδιαφέρονται μόνο για το μισθό τους. Ούτε τους άλλους, ακόμα καλύτερα, που τα παίρνουν.  Αυτοί είναι τα αστέρια της υπηρεσίας, γιατί φαίνονται  ότι έχουν αποτελέσματα. Σε συνεννόηση  μαζί μας.

Με τούτα και με κείνα, πάμε τρίτη δεκαετία και δεν τρέχει μία με την Αστυνομία. Δουλειά τους και δουλειά μας και που σε είδα πού σε ξέρω.

 

*

 

Ο γάμος του Δόκιμου ήταν έκπληξη. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το έκανε. Ο πεθερός του ήταν καθηγητής στο πανεπιστήμιο και πελάτης στο μαγαζί του Γαλλικού Ινστιτούτου.  Όχι  άρρωστος  παίκτης. Τέλος πάντων, γνωρίστηκαν και έκαναν μεγάλες συζητήσεις. Κάποτε ο καθηγητής τον κάλεσε στο εξοχικό του, στον Πλαταμώνα, για το σαββατοκύριακο. Εκεί ο Δόκιμος γνώρισε  τη Δωροθέα, που τη φώναζαν Ντορίτα. Πριν τελειώσει το καλοκαίρι  η Ντορίτα ήταν έγκυος  και ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, που ο Δόκιμος γιόρταζε, έγινε και ο γάμος. Στο γλέντι ήταν ούτε λίγο ούτε πολύ 2.400 άτομα. Οι δικοί μας, της εταιρείας, ήταν λιγότεροι από 10 κι άλλοι 20  συνεταίροι με μαγαζιά.

“Γιατί γκρινιάζεις;” ρώτησε ο Δόκιμος. “Σχεδόν δύο εκατομμύρια ευρώ ήταν τα δώρα! Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι ανοίξαμε δρόμους και γνωριμίες με την αφρόκρεμα της Θεσσαλονίκης”

Η αφρόκρεμα δεν ήταν για μένα. Αλλά είχα κι εγώ ένα δώρο απ’ αυτό το γάμο. Τη Ζίβκα.

 

*

 

Ζίβκα θα πει Ζωή. Ήταν τότε εικοσιπέντε χρονών, χορεύτρια του κλασικού, όταν ήταν μικρότερη. Την είδε ένα βράδυ στο καζίνο ο Δόκιμος, συνόδευε έναν παππού. Την έφερε στη Θεσσαλονίκη, την έβαλε μπαργούμαν στο μαγαζί του Γαλλικού Ινστιτούτου. Ήταν το ίδιο καλοκαίρι που τα έφτιαξε με τη Ντορίτα. Λίγο πριν το γάμο, έκοψε επαφή με τη Ζίβκα. Λίγο μετά το γάμο, την πλησίασα.

Δεν είχα καψουρευτεί ποτέ ως τότε. Από τον καιρό της υπολοχαγίνας στον Έβρο οι γυναίκες δεν έλειψαν ποτέ. Είχα όσες ήθελα ή μάλλον όσες προλάβαινα, γιατί είχαμε και δουλειές. Τα πρώτα χρόνια, πολλές τις παίρναμε μαζί με τον Δόκιμο. Οι καλές έμεναν, πότε στον έναν πότε στον άλλον. Ποτέ δεν μαλώσαμε για γυναίκα.

Με τη Ζίβκα ήταν αλλιώς. Την κοιτούσα και το μάτι μου θόλωνε, ο σβέρκος μου πιανόταν. Ζήλευα. Όχι τους παλιούς εραστές της στη Βουλγαρία, αλλά το Δόκιμο που την είχε τόσους μήνες δική του.

Ένα βράδυ είμαστε στο κρεβάτι, όταν άκουσα το κλειδί να γυρίζει στην πόρτα. Πετάχτηκα και όταν μπήκε του είχα καρφώσει το περίστροφο στην πλάτη. Το κατέβασα όταν είδα ποιος ήταν.

Αυτός με είδε γυμνό και έβαλε τα γέλια.

“Έλα” είπε “βλέπω είσαι έτοιμος, ευκαιρία να πάρουμε μαζί τη Ζίβκα!”

“Όχι!” απάντησα.

Ο Δόκιμος ξαφνιάστηκε. Δεν περίμενε κάτι τέτοιο.

“Τη γουστάρω”

“Πας καλά; Δεν πάει μήνας που παντρεύτηκες!”

“Τι σημασία έχει αυτό;”

Ο Δόκιμος έφυγε βροντώντας πίσω του την πόρτα.

Εκείνη την στιγμή η ξακουστή φιλία του Μαύρου και του Δόκιμου έπεσε στο γκρεμό.

 

*

 

Υποτίθεται ότι σε όλα είμαστε πενήντα-πενήντα.  Αποφασίσαμε λοιπόν  να τα μοιράσουμε. Δεν  ήταν δύσκολο, γιατί κανένας δεν ενδιαφερόταν πραγματικά γι’ αυτά. Η μοιρασιά είχε τελειώσει σε 10 λεπτά. Κρατούσα τα μαγαζιά της Θεσσαλονίκης, έπαιρνε τα καζίνο στα σύνορα και τα μαγαζιά της επαρχίας. Στο μαγαζί – χρυσωρυχείο του Γαλλικού Ινστιστούτου ο Δόκιμος κράτησε 30%, «με λόγο τιμής” Της δικής μου τιμής, δηλαδή. Αυτό που μας ενδιέφερε  ήταν η Ζίβκα, αλλά πως να τη μοιράσεις;

Η Ζίβκα μας φοβόταν και τους δύο. Δηλαδή φοβόταν να βρίσκεται ανάμεσα. Ο Δόκιμος πρότεινε να την αφήσουμε για ένα διάστημα ήσυχη, να αποφασίσει η ίδια. Δέχτηκα.

Δέχτηκα και κάηκα. Ο Μαύρος έγινε κατάμαυρος, για μια γυναίκα. Τότε έκανα την πρώτη αμαρτία της ζωής μου. Αν όχι την πρώτη, σίγουρα τη μόνη σημαντική: αθέτησα το λόγο μου και την ξαναπήρα, μόλις δυο μέρες μετά. Στη ζούλα, στο αποθηκάκι του μαγαζιού.

Η διάθεσή της είχε γυρίσει προς εμένα, όταν έμαθε αυτό που δεν ήξερε, ότι ο Δόκιμος ήταν νιόπαντρος.

Ήταν νιόπαντρος, αλλά δεν ήταν χαζός. Ρώτησε στο τηλέφωνο αν η συμφωνία για τη Ζίβκα ισχύει. Είπα ναι. “Ένα μήνα, το πολύ, θα περιμένουμε. Να θυμάσαι, Μαύρε, έδωσες το λόγο σου!”

 

*

 

Έσπαγα το κεφάλι μου, γιατί ο Δόκιμος κόλλησε στη Ζίβκα. Ήμουν σίγουρος ότι δεν ήταν καψούρης. Η μόνη λογική εξήγηση  ήταν πως βρήκε αφορμή να τα σπάσει μαζί μου και να χωρίσουμε από συνέταιροι. Ο Μαύρος δεν του έκανε πια, του χάλαγε την εικόνα του  επιτυχημένου επιχειρηματία. Σκέφτηκα  τότε ότι αυτός ήταν και ο λόγος που παντρεύτηκε την Ντορίτα. Ψυχρός υπολογισμός. Ο Δόκιμος ήθελε να αλλάξει γήπεδο, ήταν προφανές.  Όλο αυτό με τη Ζίβκα ήταν παραμύθι, που τον βόλευε.

Αυτή  η σκέψη  με ηρέμησε κάπως.  Αν ήθελε να σπάσουμε την εταιρεία, βλακεία του, αλλά το δεχόμουν. Θα συνέχιζα χωρίς αυτόν και θα πήγαινα μια χαρά. Αν ήθελε να αλλάξει παρέες, πάλι κανένα πρόβλημα.  Ας βλεπόμαστε σπανίως. Με πείραζε και μάλιστα με πείραζε πολύ, αλλά δεν ήταν κάτι να πεθάνει κανείς.

Ίσως έπρεπε να περιμένω ένα μήνα, χωρίς να βλέπω τη Ζίβκα. Αλλά ο τρόπος που εξήγησα τα γεγονότα με χαλάρωσε. Στο μεταξύ, η καψούρα μου δεν περιγραφόταν. Προσπάθησα λοιπόν να  κρατήσω και την πίτα αφάγωτη και το σκύλο χορτάτο.

Ήμουν σίγουρος ότι ο Δόκιμος είχε μάτια στο μαγαζί και ότι παρακολουθούσε,  με κάποιον τρόπο, το σπίτι που έμενε η Ζίβκα. Ήξερα έναν Βεροιώτη που πούλαγε το αυτοκινούμενο τροχόσπιτό του, γιατί είχα χάσει πολλά στα φρουτάκια. Πήγα και το πήρα, χωρίς παζάρια.

Το έφερνα γύρω στη Θεσσαλονίκη. Πότε Χαριλάου, στο πάρκιν του γηπέδου. Πότε Τούμπα, σε μια έξοδο του Περιφερειακού. Πότε σε μια μάντρα στα Σφαγεία και ούτω καθεξής. Η Ζίβκα έφευγε με ταξί κι εγώ πήγαινα το τροχόσπιτο στη νέα του θέση, όπου είχα ήδη παρκάρει το αμάξι μου. Πρέπει να άλλαξα στέκι δώδεκα φορές, σε λιγότερο από ένα μήνα.

 

*

 

Στο μεταξύ δεν μιλάγαμε με τον Δόκιμο, δεν είχαμε επαφή. Δεν ήξερα ούτε αν βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη. Περίμενα να τελειώσει ο μήνας, να τελειώσουν και τα καραγκιοζιλίκια.

Ώσπου, μια Παρασκευή βράδυ, πολύ αργά, όταν ο κόσμος είχε φύγει, έντεκα παιδιά, με ματσούκια στα χέρια μπούκαραν στο μαγαζί, στο Γαλλικό Ινστιτούτο, και άρχισαν να σπάνε και να δέρνουν τους εφτά δικούς μου που ήταν εκεί. Λόγω αριθμού, τους έκαναν τ’ αλατιού. Και το μαγαζί, κομμάτια και θρύψαλα. Φεύγοντας, πήραν μαζί τους τη Ζίβκα.

Την άλλη μέρα δικοί  μου άνθρωποι έκαναν το ίδιο στο μαγαζί στα Σέρρας. Οι τέσσερις που ήταν εκεί πήγαν νοσοκομείο, ο ένας σοβαρά.

Τις επόμενες μέρες χαλάστηκαν ακόμα δυο μαγαζιά στη Θεσσαλονίκη και δύο στην επαρχία. Με αλύπητο ξύλο να πέφτει ανάμεσα στους δικούς του και τους δικούς μου.

Τότε μας έπιασαν από τα μούτρα οι συνεταίροι, που μας γνώριζαν και τους δύο. “Τι είναι αυτά, θα μας καταστρέψετε, να βρεθείτε και να τα βρείτε!”

Δεν είχα αντίρρηση, έβαζα μόνο έναν απαράβατο όρο: να επιστρέψει τη Ζίβκα.

 

*

 

Συναντηθήκαμε στο ρημαγμένο μαγαζί του Γαλλικού Ινστιτούτου. Τρεις δικοί του και τρεις δικοί μου απέξω. Είχαν μπει συνεργεία και έβγαλαν τα σπασμένα, άλλαξαν ό,τι ήταν ν’ αλλάξει και διόρθωσαν ό,τι ήταν να διορθωθεί. Αύριο πρωί θα φέρναμε τα νέα φρουτάκια, το βράδυ θα δουλεύαμε κανονικά.

Προς το παρόν η σάλα ήταν εντελώς άδεια. Άναψα τα φώτα και περίμενα, όρθιος.

Μπήκε, άνετος αλλά σοβαρός. Στάθηκε μακριά. Για  λίγη ώρα κοιταζόμαστε χωρίς να μιλάμε.

“Με τη Ζίβκα, εντάξει. Τη γουστάρω πολύ, αλλά μπορούσαμε να την έχουμε μαζί…”

“Που είναι;”

“Στην πατρίδα της. Εκεί θα μείνει, προς το παρόν”

Τα μάτια μου γέμισαν αίμα. Κρατήθηκα.

“Γιατί, ρε Δημήτρη; Γιατί μου το κάνεις αυτό;”

Δεν απάντησε αμέσως.

“Γιατί πάντα έκανες αυτό που ήθελα, χωρίς καμιά συζήτηση. Αυτή η καψούρα σου θα τα χάλαγε όλα. Δεν θα είχα πια το Μαύρο, αλλά κάποιον που ένα μουνί τον κάνει ό,τι θέλει. Μέχρι γυρολόγο, με τροχόσπιτο”

“Γαμιέσαι, Δόκιμε! Αν δεν ήμουν εγώ θα ήσουν ακόμα ένας λιμοκοντόρος με ιδέες, χωρίς τίποτα δικό σου!”

“Αν δεν ήμουν εγώ, θα έφτανες μέχρι μπράβος στα κωλάδικα της Κοζάνης!”

Η άδεια σάλα αντηχούσε από τις φωνές μας. Λόγω της ηχομόνωσης, έξω δεν ακουγόταν τίποτα.

“Και τώρα; Θα χαλάσουμε μόνοι μας ό,τι φτιάξαμε τόσα χρόνια για μια γυναίκα;”

“Κοίταξε” είπα ήρεμα “δεν θα σταματήσω αν δεν την πάρω πίσω. Ό,τι και να λες, ό,τι και να κάνεις. Κι αν θέλεις να συνεχίσουμε στο ζόρικο, εσύ θα χάσεις!»

Καθώς μιλάγαμε, είχαμε πλησιάσει ο ένας τον άλλον. Δεν ξέρω ποιος έκανε την πρώτη κίνηση. Ίσως και οι δύο μαζί. Χτυπιόμαστε στα ίσα. Μέχρι που μια κοφτή με την παλάμη τον βρήκε στο λαιμό.

 

*

Αν θέλεις το πιστεύεις, γιατρέ. Δεν είχα κλάψει στη ζωή μου. Ποτέ, ούτε παιδάκι. Το Δόκιμο τον έκλαψα, όσο δε μπορείς να φανταστείς. Είκοσι χρόνια φιλία, νόμιζα δε θα χάλαγε με τίποτα. Φιλία μιλάμε, όχι σαχλαμαρίτσες… Να έχει παίξει ο ένας το κεφάλι του κορώνα γράμματα για τον άλλον… Να έχουμε μεταξύ μας τυφλή εμπιστοσύνη και στις περιπτώσεις τις αμφίβολες να συναγωνιζόμαστε ποιος θα υποχωρήσει πρώτος για να μην αδικηθεί ο συνέταιρος, ο φίλος. Ο αδερφός.

Μετά, το χάος. Με πιάσανε, για δολοφονία. Δεν υπήρχε όπλο, πήρα ελαφρυντικά, σε άμυνα και τέτοια, έκανα αγροτικές φυλακές, υπολόγιζα γύρω στα οχτώ χρόνια. Άλλα δύο, δηλαδή. Οι δουλειές έξω πάνε καλά, ο τζόγος δεν πεθαίνει ποτέ… Μέχρι εδώ μέσα έχω στήσει παιγνίδι, παίζουν όλοι οι κρατούμενοι και οι μισοί φύλακες… Κι έρχεσαι εσύ και μου λες ότι δεν θα προλάβω να βγω έξω… Άσε τις παρηγοριές, δε χρειάζονται.

Τη Ζίβκα; Όχι, δεν την είδα ξανά. Ούτε ρώτησα ποτέ.