“Είμαι μόνος στο σπίτι” είπε ο Χρήστος. “Οι γυναίκες  πάνε στο χωριό, η πεθερά μου δεν είναι πολύ καλά. Πέρνα, να πιούμε καμιά μπύρα”

Καθόμαστε λοιπόν με δύο παγωμένες μαύρες στο μπαλκόνι.

“Που να σου τα λέω…”

Σήκωσα ελαφρά  το δεξί φρύδι και περίμενα. 

“Μόνος στο σπίτι, δεν ήξερα τι να κάνω  και είπα να τακτοποιήσω το πατάρι… Η γυναίκα μου με είχε φάει, το πατάρι και το πατάρι!”

“Συγκλονιστικό”, είπα. 

“Μη βιάζεσαι ρε συ!  Το θέμα είναι  ότι στο πατάρι βρήκα το  κιβώτιο…”

“Του Άρη Αλεξάνδρου;” 

Γελάσαμε, χωρίς πολύ κέφι.

“Το χαρτοκούτι, μέσα στο οποίο είχα φυλάξει  παλιά αναμνηστικά, πριν παντρευτώ”

Σηκώθηκε, πήγε μέσα και επέστρεψε με ένα κουτί από γάλατα ΝΟΥΝΟΥ, φασκιωμένο με κολλητικές ταινίες. Το άφησε πάνω στο τραπέζι. 

“Ωχ…”

“Τι ωχ;” είπε και σκούπισε τα χείλη του από την τελευταία γουλιά της μαύρης. “Εδώ έχει πράματα και θάματα!”

“Φέρε μαύρες”

Είχε διάφορα αναμνηστικά: κομματικές κονκάρδες, στελέχη από κουπόνια ενίσχυσης του ΠΑΣΟΚ, καναδυο σφραγίδες ξεραμένες, ένα μπουκαλάκι μελάνι με ελάχιστο υγρό μέσα, μια τράπουλα τσόντα, ένα κουτί από προφυλακτικά άδειο, μια ατζέντα με τηλέφωνα, γράμματα, κάτι κασέτες, τέτοια. Είχε και φωτογραφίες, χύμα. Συνήθως ο Χρήστος με την παρέα των Θεσσαλών που σπούδαζαν στην Περούτζια. Κάποιες με μια κοντούλα κοπελιά από τα Σέρρας – είχα ακούσει γι’ αυτήν, από το Χρήστο, παραλίγο να γυρίσει παντρεμένος από Ιταλία και να βρεθεί σώγαμπρος στο Ροδολίβος.. Και μια άλλη, φωτογραφημένη στο φοιτητικό δωμάτιο του Χρήστου, ντυμένη, μισοντυμένη και γυμνή, σε μια αναλογία 2:6:8. 

Έφερε τις μαύρες, άχνιζαν από την κατάψυξη. 

Κρατούσα τις 16 φωτογραφίες της καυτής ξανθιάς. 

“Ρε συ, ήταν πραγματική ξανθιά;”

“Δε βλέπεις;”

Σωστά, ήταν. 

“Πότε;”

“1976. Λίγο πριν πάρω πτυχίο”

“Κι αυτή;”

“Ιταλίδα. Κόρη του δημάρχου της Περούτζια. Δικηγορίνα, στο τρίτο έτος, πολιτικοποιημένο άτομο…”

“Βλέπω…”

“Γνωριστήκαμε σε μια συνεστίαση του ΠΑΣΟΚ, είχε έρθει στη Περούτζια ο …”

“Ερωτεύτηκες;”

Ο Χρήστος αναστέναξε.

“Μέχρι τ’ αυτιά… Δε μου είχε ξανατύχει τέτοιο πράγμα…”

“Κι αυτή;”

Ο Χρήστος αναστέναξε διπλά. 

“Κι αυτή…”

Μείναμε λίγο σιωπηλοί. Ήξερα ότι σε λίγο πήρε πτυχίο και επέστρεψε. Γιατί δεν τον ακολούθησε η Σοφία;

Γιατί της το απαγόρευσε ο δήμαρχος, όταν έμαθε ότι ο Γκρέκο της ήταν ένας παεζάνο, ένας αγρότης από την Καρδίτσα, που μόλις πήρε πτυχίο Γεωπονίας. Φέξε μου και γλίστρησα… 

“Επικοινωνούσαμε με γράμματα… και κασέτες”

“Κασέτες;”

Ο Χρήστος έβγαλε από το χαρτοκούτι μισή ντουζίνα γράμματα της Σοφίας. Δυο απ’ αυτά ήταν σε μεγάλους φακέλους και είχαν μέσα από μια κασέτα TDK, χωρίς τη θήκη. Απέξω κάτι καρδούλες και κάτι λέξεις, αμόρε, τι άμο, τέτοια. 

“Τις έστελνα κι εγώ κασέτες” είπε ο Χρήστος. 

“Κατάλαβα” είπα, “γράφατε τραγούδια…”

“Σκόρδα κατάλαβες…” μουρμούρισε. 

Ξαναμπήκε μέσα και έφερε ένα μικρό κασετοφωνάκι.

“Τρόμαξα να θυμηθώ που το είχα παραχώσει…”

 Έβαλε την κασέτα και πάτησε πλέι. 

“Βάλε το ακουστικό στ’ αυτί, γιατί θα μας πάρουν με τα δίκανα…”

Αυτός έπινε την παγωμένη μαύρη του κι εγώ άκουγα, μέσα στην ησυχία. 

“Ρε συ…”

“Μη φωνάζεις… Ναι, καλά ακούς”

Ήταν ένα ερασιτεχνικό ιδιωτικό ηχητικό ερωτογράφημα, με πρωταγωνίστρια τη Σοφία, ηχογραφημένο σε κασετόφωνο, το Δεκέμβρη του 1976. Είχε και λίγη μουσική. 

“Κρατήσαμε επαφή λίγο ακόμα. Δεν την άφηναν να έρθει…”

“Κι εσύ γιατί δεν πήγες;”

“Γιατί ετοιμαζόμουν τότε για βουλευτής… Παραλίγο να βγω, στις εκλογές του 1977… Δεν υπήρχε σάλιο, στο μεταξύ…” 

Κούνησα το κεφάλι. Τις αφήνεις τέτοιες γυναίκες, για να βγεις βουλευτής; Και να έβγαινες, τουλάχιστον… Αλλά δεν είπα τίποτα. 

Τι νόημα θα είχε, μια ζωή μετά; 

“Έχεις άλλες μαύρες;”

Γέλασε και πήγε να φέρει.