Κουβεντιάσαμε  πολύ ώρα  για το  Νίκο Καββαδία.  Δηλαδή  τις λέξεις του, τι σημαίνει καραμοσάλι, παταράτσα. Μέχρι τα πιο μπερδεμένα, φούντο τις δυο και πρίμα βρέξε το πινέλο.   Μετά  απ’ αυτό, σα να νιώσαμε  παλιοί γνώριμοι. Ο καπετάνιος,  άνθρωπος της παρέας και της ιστορίας, πήγαινε από το ένα μπάρκο στο άλλο, από το ένα λιμάνι στο άλλο. 

*

Μεγάλο άγχος να είσαι καπετάνιος… Σε κυνηγάει πάντα ο χρόνος, από τα κεντρικά. Να φτάσεις, να ξεφορτώσεις στην ώρα σου, να ετοιμάσεις το πλοίο για το επόμενο… Κάθε μέρα καθυστέρησης σημαίνει χιλιάδες δολάρια για την εταιρεία. 

Σε μια τέτοια φάση έκανα το πρώτο μου έμφραγμα, πριν έξι – εφτά χρόνια. Ξεφορτώναμε στο Γκντάνσκ, Πολωνία. Στεκόμουν όρθιος στη μπουκαπόρτα και φώναζα να κάνουν γρήγορα. Ο πόνος ήρθε ξαφνικά, τόσο δυνατός που γονάτισα και διπλώθηκα. Έτρεξε ο ανθυποπλοίαρχος, τι έπαθες καπετάνιε; Τίποτα, τίποτα… Έσφιξα τα δόντια και σηκώθηκα. Ο πόνος ήταν ακόμα δυνατός, αλλά όχι εκείνος ο πρώτος. Δεν πήγα σε γιατρό, την άλλη μέρα έπρεπε να φορτώσω πάλι. Το έμφραγμα εκείνο το πέρασα στο πόδι.  

Πολλά χρόνια έμεινα ανασφάλιστος. Όχι από μαγκιά, δεν έφταναν τα λεφτά για την οικογένεια. Ιδίως όταν βιαζόμουν να αγοράσω σπίτι, καλό αμάξι, να κάνουμε λουξ διακοπές… Δυο παιδιά, η γυναίκα μαζί τους στο σπίτι… Όταν έμπαινα στα γραφεία στον Πειραιά και ήταν μέσα άλλοι καπετάνιοι, με καλωσόριζαν φωνάζοντας “ο ανασφάλας!” Κόντεψε να μου μείνει παρανόμι! 

Τελικά τα κανόνισα. Βρήκα τα λεφτά, όπως τα βρίσκουν οι ναυτικοί όταν τα ψάχνουν και καθάρισα. Έκανα και ιδιωτική ασφάλεια υγείας, γιατί θυμόμουν το καζίκι στο Γκντάνσκ. Να τώρα, που μου χρειάστηκε! 

Αλλά μη νομίζεις ότι δεν έχει και καλοπέραση. Δε λέω αυτό βλέπεις χώρες, πόλεις, λιμάνια, ανθρώπους, θάλασσες… Πολλοί ναυτικοί είναι εξαιρετικοί φωτογράφοι και συλλέκτες. Λέω για τη διασκέδαση σε κάθε πόρτο. Στα περισσότερα, δηλαδή. Φαγητό, μουσική, γυναίκες… Εκτός Δυτικής Ευρώπης, σε πολύ χαμηλές τιμές. Συνήθως κέρασμα, από τους ναυτικούς πράκτορες. 

Οι γυναίκες… είναι σαν τους μερκατορικούς χάρτες.  Ο καπετάνιος χαράζει στο χάρτη  μια ευθεία πορεία από το ένα ημισφαίριο στο άλλο. Στην πραγματικότητα θα κάνει καμπύλη, την οποία αν δεν διορθώνει συνεχώς, αντί για Καναδά θα βρεθεί στη Μάλτα. Η γη είναι στρογγυλή, όπως η πραγματικότητα. Οι ευθείες είναι μόνο για τους χάρτες. Το ίδιο και η συζυγική πίστη για τους ναυτικούς. Ισχύει επί χάρτου, όχι όμως στις συνεχείς καμπύλες και διορθώσεις πορείας. 

Ωστόσο, όλοι θέλουμε να πιστεύουμε ότι έχουμε στο σπίτι μια πιστή Πηνελόπη, που μας περιμένει. ΟΚ, δεν ξέρω, μπορεί και να συμβαίνει. Η δική μου τουλάχιστον… Ωχ, πονάω όταν πάω να γελάσω… 

Το μεγάλο πρόβλημα είναι η αποξένωση από τους δικούς σου. Ειδικά τα παιδιά, λιγότερο η γυναίκα. Αλλά και από παλιούς φίλους. Κακά τα ψέματα, ο ναυτικός ζει μια παράλληλη ζωή. Τώρα μπορεί να έχουμε σκάιπ και μέσεντζερ και τέτοια, αλλά ένας χρόνος ταξίδι είναι ένα κενό που δεν κλείνει. Καμιά φορά συμβαίνει, αλλά δεν το έχω δει σε γνωστό μου. Ούτε σε μένα τον ίδιο. 

Αυτή είναι μια πίκρα που μένει σε όλους. Και στη γυναίκα και στα παιδιά και σε σένα τον ίδιο. Καθένας την κρατάει μέσα του, όπως μπορεί. Όχι ότι δεν υπάρχει αγάπη, αλλά… 

Και μέσα στο καράβι, δεν είναι εύκολα. Φιλίες γίνονται, αλλά όσο κρατάει το μπάρκο. Μετά, τις πιο πολλές φορές, άλλος πάει εδώ, άλλο εκεί. 

Γενικά ο κόσμος είναι σκατένιος. Παντού. Πάντα ήταν, όχι τώρα που απόγινε… Αλλά όσο ήμουνα νέος καπετάνιος δεν το έβλεπα, έβλεπα μόνο τα καλά, την περιπέτεια, τους ορίζοντες, το χρήμα… Σκατά είναι ο κόσμος, παντού. Και στη Δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ, πάντα πίσω από τη λαμπρή πρόσοψη υπάρχει μια τεράστια χαβούζα με σκατά. Κάποτε, δεν ξέρω πότε, οι χαβούζες θα ξεχειλίσουν. 

Δεν ξέρω αν ξαναμπαρκάρω. Κάτσε να δούμε πως θα το πάρει η καρδιά όλο αυτό… Θεωρητικά, έχω πολύ καιρό ακόμα, δεν έκλεισα τα πενήντα εφτά. Αλλά, όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο θεός γελάει. 

Μεταξύ μας, δε θέλω να ξαναμπαρκάρω. Σαράντα χρόνια είμαι στη θάλασσα… δεν χόρτασα, αλλά δε νιώθω πια δυνατός, όπως πριν. Το κακό είναι ότι δεν θέλω ούτε ν’ αράξω στη στεριά. Τα παιδιά σπουδάζουν, άλλο εδώ άλλο εκεί, με τη γυναίκα παραγνωριστήκαμε… Ωχ… Αλλά κι αυτό θα γίνει, αν δεν γίνει τώρα, θα γίνει σε τρία – τέσσερα χρόνια. Αν δεν τα τινάξω στο μεταξύ… 

Ξέρεις, έχω ένα χόμπι, από ανθυποπλοίαρχος ακόμα, τα μοντέλα. Όχι αυτά, μη με κάνεις και γελάω, πονάω… Το μοντελισμό. Χρόνια ολόκληρα έχω μαζέψει εκατοντάδες, μπορεί και χιλιάδες μοντέλα, πλοία και αεροπλάνα. Περισσότερο, αεροπλάνα. Να φανταστείς, νοικιάζω μια αποθήκη για να τα φυλάω, δε χωράνε πουθενά. Λοιπόν, θα ήθελα ένα σπίτι με ένα δωμάτιο αφιερωμένο σ’ αυτά. Γραφείο, ράφια, τέτοια. Ποτέ δεν πρόλαβα να ασχοληθώ. Πριν κανά δυο χρόνια το είπα στην κυρά, να κάνω ένα από τα δωμάτια των παιδιών, εργαστήρι μοντελισμού. Έφαγα πόρτα, δεν το ανάφερα ξανά. 

Έτσι βρεθήκαμε γείτονες, εδώ στο βουνό. Στους δικούς μου δεν είπα τίποτα ακόμα. Χαμηλά δεν έχει ησυχία και είναι πανάκριβα. Εδώ είναι ωραία. Θα το σουλουπώσω, θα φέρω τα μοντέλα… Εντάξει, αν φέρω καμιά φορά από τα άλλα μοντέλα, θα σε ειδοποιήσω… 

*

Πράγματι, το πετρόσπιτο και η αυλή σουλουπώθηκαν και περίμεναν. Ο καπετάνιος μπάρκαρε μετά από λίγο καιρό, ίσως από οικονομική ανάγκη, ίσως γιατί η στεριά δεν τον σήκωνε, ίσως και για τα δύο. Όπως και να ‘χει, πλην κλείσει χρόνος από την κουβέντα μας πέθανε στο Βανκούβερ και τον έθαψαν εκεί, στο νεκροταφείο της ελληνικής κοινότητας.