You are currently browsing the tag archive for the ‘writing’ tag.

Μην παραξενευτείτε που ποστάρει ένας που έχει φύγει. Το πέρασμα από τη ζωή στην επόμενη κατάσταση είναι κάτι που ακόμα δεν έχω καταλάβει, αν και μου συνέβη, αλλά το πρώτο μου συμπέρασμα είναι ότι εξακολουθείς να υπάρχεις – τουλάχιστον όσο υπάρχουν αυτοί που σε θυμούνται και σε σκέφτονται.

Να, τώρα, ποιος μπορεί να ισχυρισθεί ότι είμαι ανύπαρκτος; Αφού βλέπω τη σκέψη μου να περνάει από το πληκτρολόγιο του υπολογιστή στην οθόνη, και από κει, αν όλα πάνε καλά, στον τεχνητό, αλλά υπαρκτό και ζωντανό κυβερνοχώρο. Το πάω και πιο μακριά: ποιος ξέρει αν με τον τρόπο αυτόν δεν εξασφαλίζω μια παράταση της ύπαρξής μου, επ’ αόριστον; Το ίχνος μου θα μπορεί να εντοπιστεί, όσο θα υπάρχει κυβερνοχώρος. Δεν είναι κι αυτό μια αίσθηση (έστω, ψευδαίσθηση) αθανασίας;

ιστορίες

Είμαστε συγκάτοικοι στο πρώτο έτος, σ’ ένα διαμέρισμα πίσω από τη φοιτητική λέσχη, το οποίο σε χρόνο μηδέν έγινε κέντρο διερχομένων (Μεσσηνίων – αργότερα παλαιοελλαδιτών) πρωτοετών.

Καπνίζαμε και πίναμε κονιάκ ΒΟΤΡΥΣ και ΜΕΤΑΞΑ. Ως νότιοι δεν περιφρονούσαμε το ούζο και το κρασί, αλλά η γνώση και η τσέπη μας ήταν προβληματικές ακόμα – και δηλητηριαζόμαστε με ρετσίνες (τότε κάποιος από εμάς έβγαλε το σλόγκαν: ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ, έμαθε τον κόσμο να πίνει μπύρα!)

Η συνέχεια στη μικρή καλύβα:

http://zervaspanos.wordpress.com/2009/02/24/comics/

Του cirut

Οι μεγάλοι δρόμοι έχουν τη χάρη τους. Ιδίως αν είναι ορεινοί με ανοιχτές στροφές, περνάν από ωραία τοπία και είναι ήσυχοι έως έρημοι. Κι ακόμα αν έχεις δυνατό αμάξι, χαλαρό χρόνο και είναι και νύχτα. Οι άσπρες γραμμές καταπίνονται γρήγορα, το μυαλό σου πετάει σε ό,τι ωραίο θυμηθεί και πιστεύεις ότι το ποτάμι της ζωής περνάει ακριβώς από δω, τώρα και εσύ είσαι μέσα του. Και κάποιες στιγμές αφήνεις το ποτάμι και πετάς πάνω του, σαν πουλί που νίκησε τη βαρύτητα. Μουσική; Ναι, για λίγο μόνο. Μεγαλώνοντας την κλείνω όλο και περισσότερο, για να ακούω τη σιγή του νου, να ξαναφέρνω παλιές θύμησες και να μηρυκάζω σκέψεις, σαν τις κατσίκες το μελισσόχορτο. Φαίνεται πως κι ο νους έχει πολλά διαμερίσματα, όπως το στομάχι της κατσίκας και οι ανεπάντεχες ανακλήσεις ομορφαίνουν τη στιγμή. Όλα μαζί φτιάχνουν την ευδαιμονία. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Του Cirut

Το τραπέζι φορτωμένο και γιορτινό κι έξω χιόνι κι ερημιά. Αναψοκοκκινισμένα μάγουλα απ’ το κρασί. Ζεσταμένες οι καρδιές απ’ την αντάμωση. Το σόι όλο στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι. Ενωμένο. Θεσσαλονίκη κι Αθήνα, Βαρδούσια και Βρυξέλλες. Μόνο σκυλιά αλυχτούν έξω, τραβώντας τις αλυσίδες, περιμένοντας δώρο τ’ απομεινάρια. Μουσική του χωριού στο μηχάνημα, κλαρίνα και λαουτοκιθάρες παιγμένες με το φτερό, τραγούδια παλιά και γλυκά, διάολος για τη νοσταλγία.

Η μικρή Ανέτ, του μεγάλου γιου απ’ τις Βρυξέλλες, πανέμορφη. Δυο μπούκλες ξανθές, κόκκινα κοκαλάκια, πράσινα αθώα ματάκια, συμπεριφορά δουλεμένη. Η μαμά της στέκεται επίσης σικ, ίσως λίγο απρόσιτη, όπως πρέπει στις Ευρωπαίες κυρίες. Γαλλίδα. Δεν της είναι άγνωστα όλα αυτά τα έθιμα. Δέκα, δώδεκα χρόνια, κάθε Χριστούγεννα εδώ τα περνάνε. Και τα καλοκαίρια. Της αρέσει το χωριό. Εξοικειώνεται σιγά-σιγά με τον αυθορμητισμό και εφευρίσκει νέα πράγματα για τη ζωή. Χρυσή γυναίκα. Δουλεύει στο Βέλγιο σκυλίσια, άταχτες ώρες. Μόλο που όλοι Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

(Απλά μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας)

Γράφει ο Φραγκίσκος

Οπως κάθε μέρα , εκείνα τα χρόνια, ξύπνησε με τον επίμονο χτύπο των σφυροκάλεμων στ’ αυτιά του. Παρά το εορταστικό της ημέρας οι μαρμαράδες πελέκαγαν την πέτρα αλύπητα, του Φειδία απόντος επιδεικτικά. Κλίμακες εξατμίσεων και ελαστικών ατάκες, ακομπανιαμέντα μηχανών και κορώνες φρένων ολοκλήρωναν το καθημερινό εωθινό ακουμπώντας στον ρυθμό των μαρμαράδων…σαν κάθε μέρα.

Ψάχνωντας τα γυαλιά του σηκώθηκε. Τα είχε φορέσει πρόσφατα και δεν είχε προλάβει να αποκτήση εκείνα τα αυτόματα ανακλαστικά των μυώπων που δεν ξεχνούν ,ακόμα και ενύπνιοι ,το πού άφησαν το βράδυ τα γυαλιά τους. Άλλωστε ήταν ακόμα τόσο μικρός, στην ηλικία όπου οι εμπειρίες δεν έχουν γίνει ανάγκες ,και τούμπαλιν. Στη πόρτα του παιδικού του δωματίου εμφανίστηκε το χαμόγελο της μάνας του.  Μετά ακολούθησε τη πεπατημένη…: Παντόφλες, κατούρημα ,πλύσιμο ,δόντια, επιστροφή στο δωμάτιο ,ντύσιμο ,πρωινό στην κουζίνα.  Γύριζε σιγά-σιγά από τον κόσμο των ονείρων του στη κατ’εξαίρεση πραγματικότητα μιας παραμονής Χριστουγέννων, σε ένα μικροαστικό διαμέρισμα β’ ορόφου μιας πολυκατοικίας ,Λ.Αλεξάνδρας και Μουστοξύδου γωνία. Το Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Αφιερωμένο στο Θανάσημο

Θέλει κανείς να ασχοληθεί με αυτά που πρέπει (τη συνέχεια της χελιδόνας που πορπατεί δηλαδή) και δεν τον αφήνει η τρέχουσα επικαιρότητα.

Να, σήμερα στη δουλειά. Μόλις έχω ξεμπερδέψει από το πρώτο κύμα των ασθενών και ανοίγω το laptop – νάσου ο Περικλής και η Ανδρομάχη, μπουκάρουν στο ιατρείο κόκκινοι από τα γέλια.

«Τι πάθατε, ρε;»

«Που να σου τα λέω…» (ο ένας)

«χι χι χι χι…» (η άλλη)

Ο Περικλής εξηγεί. Ήταν στην Γραμματεία με την Βαγγελιώ – την ετέρα γραμματέα. Τους μπήκε η ιδέα να κάνουν πλάκα στην Ανδρομάχη. Να τι σκέφτηκαν: Πιάνει ο Περικλής δυο μικρά πλαστικά ποτηράκια και τα βάζει μέσα από το τζην, μπροστά του. Όποιος τον έβλεπε νόμιζε ότι είχε μια υπερήφανη στύση. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

eve-charcoal

Ιδέα: Θανάσημος

Υλοποίηση: Όποιος γουστάρει!

Concept: Γράφουμε (σε πεζό) συνεχίζοντας αποκεί που το άφησε ο προηγούμενος.

Αμολάω καλούμπα: Η νύχτα ήταν σκοτεινή και ερεβώδης. Μα την αλήθεια, δε βλέπω τη μύτη μου, σκέφτηκε η χελιδόνα, αλλά ήταν σε τραγικό hangover και επιπλέον δε μπορούσε να θυμηθεί που στο διάβολο βρισκόταν. Άπλωσε το δεξί της χέρι και έπιασε κάτι μαλλιαρό. Αυτό ροχάλισε ελαφρά και άλλαξε θέση. Αμάν, ποιος είν’ ετούτος; αναρωτήθηκε η χελιδόνα και στράφηκε προς την άλλη μεριά. Το χέρι της περιπλανήθηκε σε κάτι λείο και μαλακό, το οποίο μετέπεσε σε δυο επίσης μαλακούς λοφίσκους. Βυζιά είναι, συλλογίστηκε η χελιδόνα, αλλά ποιανής; Δε μπορούσε να θυμηθεί. Προσπάθησε να επιστρέψει στην πραγματικότητα – και να βρει επειγόντως καμιά κουβέρτα, από τη στιγμή που διαπίστωσε ότι κι αυτή ήταν ολόγυμνη, εκτός από τις κάλτσες της. Τότε ήρθε το πρώτο φλάς: είχαν σύσκεψη στο ΥΠΕΠΘ, οι σχολικοί σύμβουλοι. Από τη στιγμή που έπιασε το μίτο, θυμήθηκε κατά σειράν το όνομά της (Σούζη Κιού – από το Σουζάνα Κιουρτσόγλου) και ότι μετά έφυγαν όλοι για μπαρότσαρκα, πριν σκοτεινιάσει καλά καλά. Εντάξει, αλλά ποιος είναι ετούτος ο μαλλιαρός και ποια η κυρία αριστερά και τι συνέβη μεταξύ μας και -κυρίως – που βρίσκομαι και που είναι ο διακόπτης; Τον είδε, καθώς η όρασή της είχε πια προσαρμοστεί στο σκοτάδι, άπλωσε το χέρι πάνω από την πλάτη του τύπου που ροχάλιζε κανονικά πλέον και τον πάτησε. Τότε…

(ποιος ή ποια θα συνεχίσει;)

Του cirut

Η θάλασσα μαύριζε, o φάρος στο βάθος άναψε, το τελευταίο καράβι απ΄ τη Σαμοθράκη ερχόταν, πολυώροφο και φωτισμένο. Κοιτάζοντας το θα ορκιζόσουν, σαν το Θαλή, ότι η γη είναι ένα επίπεδο ταψί, αφού το αγνάντι του ματιού το στόχευε με τις ώρες ερχόμενο. Σαρανταπέντε ναυτικά χιλιόμετρα είναι αυτά! Το μισό φεγγάρι πάλευε με τα σύννεφα, να προφτάσει μάρτυρας στα ανθρώπινα.  Το περιπολικό έφτασε με εκπληκτική ταχύτητα, στο μοναχικό διαβάτη. Δυο αστυνομικοί πετάχτηκαν έξω, με τα όπλα μπροστά.

«Αλτ! Ακίνητος. Ταυτότητα, χαρτιά».

Ο άλλος έδειχνε να μην καταλαβαίνει. «Passport, papers», επανέλαβαν οι αστυνομικοί. «Φτου να πάρει, ξένος κι Ασιάτης είναι», έκανε ο ένας απ’ τους δυο. «Θάχουμε κάνα γιουρούσι από λαθρομετανάστες, απόψε».

«Έλληνας είμαι. Βόλτα κάνω. Τι θέλετε;»

«Τι δε μιλάς; Κοίτα πού βρίσκεσαι, ρε. Ταυτότητα γρήγορα. Κουφός είσαι;». Κοίταξε γύρω χαμένος, σα μόλις να ξύπνησε. Πράγματι το τοπίο ήταν απόκοσμο και εντυπωσιακό. Ένα αχανές τσιμεντόστρωτο επίπεδο, μια ολόκληρη έρημη έκταση για προβλήτα. Πού και πού πανύψηλες κολώνες με φωτιστικά, που ήταν όλα σβηστά και μόνος άνθρωπος αυτός, σαν τον Άρμστρονγκ στη Σελήνη. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Του cirut

«Βρε τον κερατά. Δεν είμαι ξενόφοβος, που να πάρει, αλλά μούχει σπάσει τα νεύρα. Έχει ένα μήνα εδώ έξω, με το Άστα τα Μαλλάκια σου και τα Κύματα του Δουνάβεως. Και είναι φάλτσος, ο μπαγάσας. Απαράδεκτος. Κι αυτό το βιολί!». Μπορεί ο ίδιος ο Μάρκος, μεγαλοεργολάβος στο επάγγελμα, να μην είχε ιδέα από μουσική αλλά είχε κάνει μια απίθανη έρευνα αγοράς για βιολί, δυο χρόνια τώρα, μέχρι να βρει ένα υπέροχο Stradivarius για τα γενέθλια του κανακάρη του. Ο Πέτρος ήταν παιδί βαθύ, στα 13 του, αγαπούσε το βιολί και χάρηκε πολύ με το δώρο. Το κοίταζε με δέος. Έπαιζε όμορφα και ήξερε ότι κάποιοι δόξασαν αυτό το όργανο, με άφταστο τρόπο.

«Μην τον παρεξηγείς, μπαμπά. Εμπειρικός είναι ο άνθρωπος. Ε, και το όργανο είναι ψόφιο, τι να κάνει ο δόλιος». «Να παίξει κάτι άλλο. Αυτά τα κύματα μου τρύπησαν το μυαλό. Μπαίνουν από το ένα αυτί μου και δε βγαίνουν.  Κολυμπάνε στο κρανίο μου. Να φύγει από δω, να πάει να δοκιμάσει και τα νεύρα άλλων ανθρώπων». Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Του cirut

Ήταν πολύ νέα και όμορφη. Ούτε είκοσι πέντε. Είχε τη χάρη του νερού που κυλάει. Κελάρυζε ανέμελη με τη φίλη της. Ένα καφέ, όμορφο μαγαζί, σε αλέα του μεταπόλεμου, Αθήνα 1950. Ήταν κομψή, με μαλλιά σκαλωτά, μοδάτα, σαν τις Αμερικάνες ντίβες των περιοδικών. Οι δυο κοπέλες ξεχείλιζαν από ζωή και αισιοδοξία. Έτσι ήταν και η εποχή. Χρωμάτων, ελπίδων και υποσχέσεων, μετά τον όλεθρο του πολέμου και του εμφύλιου, με το βαρίδι των εκτοπισμένων στα ξερονήσια, ωστόσο. Εκείνος ήταν κομψευόμενος της εποχής, περιποιημένα μαλλιά με μπριγιαντίνη, καμπαρντίνα, σακκάκι καρώ, άνθρωπος που είχε σταθερή δουλειά, σίγουρα. Όταν τα βλέμματα τους συναντήθηκαν με της Μελίσσας, έφτασαν με μιας στον πάτο της ψυχής. «Απίθανο», μουρμούρισε εκείνη εκστατική. «Υπάρχει κι αυτό».

«Ποιο αυτό, Μελίσσα;», έκανε η φίλη της κοιτάζοντας με τρόπο προς τη θέση πυρός. «Δεν υπάρχει κανένα «αυτό». Παντρεύτηκες, τέλειωσες. Άσε και κανένα άντρα για μας… Πεντανοστιμούλης είναι». Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Του Cirut

Όσοι την είδαν, την περιέγραψαν με τα ίδια λόγια, σαν να ήταν συνεννοημένοι. Πανύψηλη, πανέμορφη, μαλλιά μακριά μαύρα, λιγνή με ένα μακρύ, μαύρο, μεσάτο αντρικό παλτό. Μα κανείς δεν ήξερε το όνομα της. Το πραγματικό της δηλαδή. Άλλωστε ποτέ δεν το πρόφερε, εδώ στην ξένη χώρα. Ήταν κρυμμένο σε εφτά πέπλα. Οι εφτά πλαστές ταυτότητες της Σάρας Λεμπέτοβα, έκλειναν σαν πολύφλουδο κρεμμύδι, το πραγματικό της όνομα. Σόνια Κουλίεβα. Γεννήθηκε κοινωνικά απροσάρμοστη, σε σύστημα που αυτό ήταν ακραία απαγορευμένο. 

«Με λένε Σάρα», συστήθηκε επίσημα. Έχω πολλή ανάγκη από δουλειά. Δουλεύω για το μισό μεροκάματο. Χωρίς ασφάλειες και τέτια. Ωράριο δε με νοιάζει. Κρατάω μαγαζί, κάνω καφέδες και φαγητά, περιποιούμαι γέρους, ξεσκατώνω μωρά, μαζεύω φρούτα, ταΐζω ζώα, καθαρίζω, σκάβω, πλένω. Γαμήσι δεν έχει…». Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Του cirut

H Φεβρωνία Ασημοπούλου έζησε μια μακρόχρονη και θυελλώδη ερωτική ζωή, που κατέληξε στο γάμο της. Όταν την άφησε ο άντρας της για την καλύτερη της φίλη, δεν έκλαψε λεπτό μήτε μαύρισε το συκώτι των υπολοίπων φιλενάδων της, μόνο έκανε μια σημαντική ανακάλυψη. Ανακάλυψε πόσο ήθελε όλα αυτά τα χρόνια να είναι ήσυχη και μόνη, σε μεγάλα μαγαζιά με πολλά ηλεκτρονικά μηχανήματα, όπου θα μπορούσε να παίζει απερίσπαστη ως το άλλο πρωί. Κι ακόμα πόσο καλή ήταν σ’ αυτό. Διασκέδασε, κέρδισε στοιχήματα μέχρι που έκανε ένα «κεφάλαιο κίνησης», όπως έλεγε, έγινε επίκεντρο προσοχής σε τέτιους χώρους. Ήταν σίγουρα ένα ασυνήθιστο φαινόμενο. Και κρατήθηκε μόνο στον κόσμο του καφέ, χωρίς αλκοόλ. Έμεινε ανέραστη, παρά τα φλερτάκια, τα υπονοούμενα και τις ευθείες προτάσεις από κάποιους στο χώρο.

Θάχε χτυπήσει 7000 χιλιάδες πόντους, όταν ο αντίπαλος της στο στοίχημα της έδωσε το χέρι. «Εντάξει, έχασα. Είστε πράγματι καλή. Έχετε αντίληψη, ευφυΐα και κυρίως πάθος νίκης. Πάμε άλλο ένα γύρο; Όλα ή τίποτα. Ελάτε το ποσό μας δεν είναι και καμιά περιουσία». Στεκόταν Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Παίδες και κόρες,

Έχω την τιμή να σας παρουσιάσω ένα καινούριο θεματικό μπλογκ, τη μικρή καλύβα:

http://zervaspanos.wordpress.com/

Εκεί θα ανεβαίνει ό,τι καινούριο ετοιμάζω  και θα συγκεντρωθούν σιγά σιγά, αφού ξαναδουλευτούν, όσα κείμενα, ποιήματα, θεατρικά κλπ βρίσκονται διασκορπισμένα εδώ κι εκεί στη μπλογκόσφαιρα.

Η πρώτη ανάρτηση βρίσκεται εδώ:

http://zervaspanos.wordpress.com/2008/08/27/the_old_house/

Εξαρχής διευκρινίζω για τους αμύητους ότι δεν πρόκειται για τη γέννα του Θανάση μου (άλλωστε το γιό μου τον λένε Αριστείδη) αλλά για τη «Γέννα» του ευγενούς μπλόγκερ Θανάσημου [ονομ. Θανάσημος (ο) ] ο οποίος είχε την ευγενή καλωσύνη να την αφιερώσει στους καλυβίστες – και τον ευχαριστώ εγκαρδίως.

Ως γνωστόν η καλύβα προσφέρει αφιλοκερδώς (έναντι μιας λογικής αμοιβής) τη δυνατότητα της ευρείας δημοσιότητας μεταξύ των σαράντα- πενήντα νοματαίων που έχουν απομείνει στη μπλογκόσφαιρα και εξακολουθούν να διαβάζουν τους αναρτώμενους λήρους (η λέξη χρησιμοποιείται από τον Ροΐδη) ημών των ιστολόγων με συγγραφικές ανησυχίες.

Στην περίπτωση της Γέννας του Θανάσημου  το σκέφτηκα κι αλλιώς: η ανάρτησή της στην καλύβα ήταν μια μοναδική ευκαιρία να σχολιάσει το πόνημά του ο ίδιος ο δημιουργός, απαλλαγμένος από το άγχος του μπλόγκερ -συγγραφέα. Και επειδή ως σχολιαστής (ακόμα και του εαυτού του) ο Θανάσημος δεν παίζεται, είμαι σίγουρος ότι θα το ευχαριστηθείτε εις διπλούν. Καλή διασκέδαση!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

evesfirstpose-charcoal

Ένα αφήγημα του cirut

*

-Πείτε μου λοιπόν….

-Τι θέλετε να σας πω; Αν μου άρεσε; Υπέροχο ήταν…

-Όχι, δεν ρώτησα γι’ αυτό… Γιατί με κοιτούσατε σαν μαγνητισμένος στο μπαρ. Ξέρω ότι δεν μετράω τόσο για έναν πιο νέο από μένα άντρα. Μη φοβάστε… Η αυτοπεποίθηση μου είναι υγιής…

Φορούσε μόνο μια ξεκούμπωτη πουκαμίσα, που δεν έκρυβε πολλά. Είχε περάσει τα εξήντα, μα ήταν σίγουρα πανέμορφη και γοητευτική γυναίκα. Το πρόσωπο της ήταν φωτεινό κι αρχοντικό. Το σώμα της είχε τα χνάρια της ηλικίας και ίσως κάποια λίγα παραπανίσια κιλά, μα ήταν ιδιαίτερα ποθητή και ερωτική. Μόλις το έζησα άλλωστε… Καθόμουνα στο κρεβάτι και την κοίταζα ονειροπόλα. Εκείνη καθόταν σε μια πολυθρόνα μπροστά στο τραπέζι, πίνοντας γουλιές καφέ, ξεφυσώντας τον καπνό ενός τσιγάρου. Χαμογέλασα μέσα μου. Νεαρός λοιπόν, ετών πενήντα.  Έπιασε το χαμόγελο μου και ξαναρώτησε. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Στη μια, γράφει η σκουπίτσα

Γεια σου φιλενάδα,

Μόλις τέλειωσα μια στοίβα από τις «γνωστές» και, πριν πιάσω την επόμενη, είπα να σού γράψω δυο λογάκια, μιας και μας πετάξανε τόσο μακριά τη μια απ’ την άλλη (τι λέει η Κάρπαθος; Θα βγει ο χειμώνας ή θα γυρίσεις πίσω ως μετανοούσα Βασιλική; ).

Χτες το βράδυ κατεβήκαμε για μια βόλτα στην αγαπημένη σου πόλη. Είχε δροσιά, ήταν άδεια και ήταν πολύ όμορφη. Μου θύμισε τη Θεσσαλονίκη μετά το σεισμό του 78. Πόσο έρημη ήταν. Μόνο οι σκηνίτες στα πάρκα, απαλλαγμένοι από τα περιττά να το γλεντούν κάθε βράδυ.

Ο ψυχισμός των ανθρώπων πρέπει να ήταν πολύ καλύτερος τότε. Θυμάμαι μια φοβερή αλληλεγγύη. Κοινοκτημοσύνη παντού (μέχρι και σε ζευγάρια πέρασε αυτό, η άμεση επαφή των πολλών μεταξύ τους, βλέπεις). Έβγαινες στον άδειο δρόμο και όταν άκουγες να έρχεται αυτοκίνητο, άπλωνες το χέρι κι έκανες ωτοστόπ. Δεν υπήρχε περίπτωση να μη σταματήσει ο οδηγός κι αν χρειαζόταν, άλλαζε και πορεία. Όλοι είχαν γίνει πολύ κοινωνικοί, ξόρκιζαν το κακό ανταλλάσσοντας τις εμπειρίες τους από τα 20 φοβερότερα δευτερόλεπτα της ζωής τους. Καμιά διάρρηξη στα άδεια σπίτια, μόνο τα εγκαταλειμμένα κατοικίδια ζορίζονταν γιατί είχε λείψει και το φαΐ. Δε λειτουργούσαν ταβέρνες ή σινεμά, στην πόλη είχαν μείνει μόνο όσοι ήταν υποχρεωμένοι, οι περισσότεροι βολεύονταν σε εξοχικά, δικά τους, συγγενών ή φίλων. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Σπάζομαι που τον βλέπω έτσι το δικό μου, ρε ντοκ. Κάθεται ο μαλάκας μαραμένος στο σπίτι μέσα και βλέπει τηλεόραση, τον Tριανταφυλλόπουλο… Ρε συ του λέω, κινήσου, βγες, ζήσε! Σα μουνί κλαμένο έχεις γίνει! Μελαγχολία, ακεφιά, στα όρια της κατάθλιψης… Γιατί κάνεις μια ζωή που σε χαλάει; Στου κουφού τη πόρτα, όσο θέλεις βρόντα…

Θάφτηκε που λες, από τότε που παντρεύτηκε – πέντε έξι χρόνια τώρα. Και καλά τον πρώτο καιρό τον δικαιολογώ, ήτανε στα μέλια, δεν είχε φτάσει ακόμα στα σκατά, μετά ήρθε και το παιδί, εντάξει. Τώρα όμως; Μέσα του λυσσάει – κι όξω του ψοφάει! Θα αρρωστήσεις ρε μαλάκα, του λέω, θα πάθεις τίποτα στο τέλος, ανάθεμα τη νομική σου!

Έξι χρόνια τον περνάω, που λες ντοκ, εγώ πενήντα δύο, αυτός σαράντα έξι. Κι όλοι λένε πως εγώ φαίνομαι νεότερος! Ο πατέρας μας, ξέρεις, είχε γκόμενα ως τα τελευταία του και ξενογαμούσε, κι ο παππούς μας το ίδιο. Από αυτούς πήρα εγώ τα γονίδια, χαχαχα… Ο δικηγόρος όμως θα πήρε από την μάνα μας, από τον άλλο παππού! Τέλος πάντων, πριν παντρευτεί κάτι έκανε – τρίχες δηλαδή, σεβόταν! Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Η συζήτηση ήταν για τους νέους και την επιχειρηματικότητα, ο Περικλής πήρε το λόγο και μας αφηγήθηκε πως έστησε μια από τις πρώτες του επιχειρήσεις: events με βερμούτ και στραγάλια, λίγο πριν από το 1970.

*

Τελείωνα τότε τον Ευκλείδη, θα ήμουνα δεκαοχτώ, δεκαεννιά… Φτώχεια καταραμένη, ο γέρος κουβαλούσε ξύλα από το βουνό με τα μουλάρια στο χωριό, η επιβίωση δύσκολη… Συνέβη τότε να φύγουν τα παιδιά που  μέναμε μαζί, έπρεπε να βρω καινούριους συγκατοίκους, ν’ αλλάξω σπίτι… Νοικιαζόταν ένα διαμέρισμα στη Μαντινείας, μια κάθετη στην Ιταλίας, που τώρα λέγεται 28ης Οκτωβρίου. Μεγάλο και ακριβό, δεν ήταν για μένα. Αλλά, μόλις το είδα, άναψε η λάμπα στον εγκέφαλο και πήρα το ρίσκο. Δανείστηκα από όσους ήξερα – άλλος κατοστάρικο, άλλος δεκάρικο- και το έπιασα.

Ήταν αρχή της βδομάδας, έριξα σήμα στην πιάτσα και το Σάββατο ήταν όλα έτοιμα για το πρώτο ρεφενέ πάρτυ. Όποιος ερχόταν, δεκάρικο η είσοδος. Είχα ένα πικάπ ντούαλ 1214 και μερικούς δίσκους, ξέρετε, ακάζα ντιρένε, καλιφόρνια ντρήμ, Ανταμό, Κριστόφ, Αλ Μπάνο και δε συμμαζεύεται… Υπήρχε ποτό, δηλαδή βερμούτ και Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

6810064madonna-munch2.jpg

Σε ερωτεύτηκα αμέσως μόλις σε είδα. Ένα παλικαράκι που δεν είχε κλείσει τα δεκαεφτά ήμουνα τότε. Εσύ μεγάλη, σαγηνευτική, γεμάτη υποσχέσεις. Νόμισα πως μ’ αγάπησες και συ – ιδέα μου. Μπορεί, κιόλας. Με τα θηλυκά δε βγάζεις άκρη.

Μικρός και άβγαλτος, έπεσα με τα μούτρα. Και συ με έμαθες να καπνίζω, να πίνω, να ξενυχτάω, να παίζω χαρτιά, να μην κομπλάρω με την ηδονή, να μη φοβάμαι τις κόντρες, να ψάχνω. Κράτησα κι εγώ από τις συνήθειες μου δύο μονάχα: να διαβάζω και να γράφω.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Αφηγείται ο Ασμοδαίος

Πέμπτη 01:25
Έσκυψε προς τη μεριά του barman:
-Μία Ursus χωρίς πάγο, δύο βότκες πορτοκάλι και ένα jose cuervo.
-Δεν ακούω τίποτα, φιλαράκι.
-Μία Ursus χωρίς πάγο, δύο βότκες πορτοκάλι και ένα jose cuervo.
-…
-Ευχαριστώ!
-Δε σε ακούω, ρε φιλαράκι, πιο δυνατά μίλα!
-Τίποτα, τίποτα!

Πήρε τα ποτά, τα μετέφερε στο άλλο άκρο του club, εκεί που βρισκόταν το τραπεζάκι τους, τα μοίρασε στους υπόλοιπους και κάθισε. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Γράφει ο θείος Ισίδωρος

rozario-ii.jpg

Η επιβιβαση για την πτηση του Yioko θα γινοταν σε μιση ωρα περιπου, μου ζητησε να μεινω να του κανω παρεα γιατι θα επλητε τοση ωρα μονος.

-Η αναμονη στα αεροδρομια μου δημιουργει δυσαρεστα συναισθηματα, μου ειπε.

Το ιδιο κι εμενα, οι τεραστιες αιθουσες, το ανθρωπινο μελισι που βουιζει κινουμενο ακαταπαυστα μου δημιουργουσε παντα μια ακαθοριστα δυσαρεστη μελαγχολια που ποτε μεχρι τοτε δεν ειχα καθησει να αναλυσω τι ακριβως την προκαλουσε.

Τωρα ξερω!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ο τρόπος του θανάτου είναι ένα από τα σημαντικότερα θέματα της ζωής. Έχω γράψει στα «μτΚ» πως φαντάζομαι έναν καλό θάνατο – μάλλον πως τον φαντάστηκε ο Κριτίας, ένας από τους πρωταγωνιστές στο νησί της Καλυψώς.

Σήμερα θα σας αφηγηθώ έναν πραγματικά αυτοκρατορικό θάνατο, του προπάππου μου του Αριστείδη, όπως μου τον ιστόρησε πολλές φορές η γιαγιά Ελένη, η κόρη του.

*

Ο γέρο Γιάχος πρέπει να είχε περάσει τα εβδομήντα πέντε. Ήταν ήσυχος άνθρωπος, του άρεσε το κρασί και το γλέντι. Όταν πάντρεψε τη μοναχοκόρη του την Ελένη με τον παππού μου τον Παναγιώτη, πήρε την απόφαση να ξαναπαντρευτεί – και το έκανε, παρόλο που η κόρη του και ο γαμπρός του προσπάθησαν να τον πείσουν περί του αντιθέτου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Γράφει το μαύρο πρόβατο

Κοντά στη γειτονιά μου, υπάρχει ένα σούπερ μάρκετ που το έχουν Πακιστανοί. Ανήκει σε μια ειδική κατηγορία καταστημάτων, απ’ όπου ψωνίζουν Ινδοί, Πακιστανοί, Σριλανκέζοι, Υεμενίτες και υποσαχάριοι Αφρικανοί – όχι λόγω τιμών, αλλά γιατί εκεί υπάρχουν τα προϊόντα για την κουζίνα τους που δεν έχουν τα αντίστοιχα γαλλικά. Υπάρχουν δεκάδες τέτοια καταστήματα τριγύρω – λογικό γιατί είναι στην “έδρα” της Ινδοπακιστανικής κοινότητας, και κοντά σε έναν κεντρικό σταθμό που συνδέει με τα προάστια, οπότε βρίσκονται περαστικοί και πολλοί Αφρικανοί.
Μπορείς να βρεις αλεύρια απ’ όλων των ειδών τα δημητριακά, δεκάδες ποικιλίες ρυζιού και φακής, πιο παράξενα πράγματα όπως πχ κονσέρβες αρτόκαρπου, φρέσκα άνθη μπανανιάς, μικροσκοπικές λευκές μελιτζάνες, θανατηφόρα καυτερές πιπεριές, μπανάνες για τηγάνισμα, παράξενες αμυλούχες ρίζες, κάτι φύλλα που τα μασάς και ντοπάρεσαι, όλη τη συλλογή από διάφορα κάρυ, και άλλα ακόμη που δεν ξέρω τι είναι και πώς μεταφράζονται. Βρίσκεις και πιο γνωστά τρόφιμα – μακαρόνια, κονσέρβες τόνου, τοματοπελτέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Οι παλιότερες αναμνήσεις μου είναι αγκαλιές. Μάνα, γιαγιά, θείες, γειτόνισσες. Θυμάμαι, το ίδιο ζεστό και αγαπημένο, το παλιό μας σπίτι. Το είχαν αγοράσει ο παππούς και ο πατέρας μου, στα τέλη της δεκαετίας του πενήντα, όταν αποφάσισαν να κατέβουν από το πατρογονικό μας χωριό, στο χωριό που γεννήθηκα. Σ’ αυτό το σπίτι έζησα εφτά χρόνια, ως το ’68 που μετακομίσαμε στο νεόχτιστο.

Έμπαινες ανοίγοντας μια μεγάλη ξύλινη εξώπορτα, αρκετά φαρδιά για να χωράνε τα φορτωμένα ζώα, κλειστή με ζεμπερέκι (μάνταλο που άνοιγε απέξω). Αν ήταν κλειστά από μέσα, περνούσες το χέρι αποπάνω και τραβούσες το σύρτη. Ένα γάμα πετρόχτιστος τοίχος, μια πλευρά το δίπατο σπίτι των γειτόνων, από πέτρα κι αυτό, και απέναντι από την εξώπορτα, η επίσημη είσοδος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Kατηγορίες

Αρχείο

Enter your email address to subscribe to this blog and receive notifications of new posts by email.

Μαζί με 522 ακόμα followers
Follow Η καλύβα ψηλά στο βουνό on WordPress.com

Blog Stats

  • 9.544.787 hits