21petros-panselinos-protato.jpg
(Απόστολος Πέτρος. Έργο του Εμ. Πανσέληνου, Πρωτάτο, Καρυές)

Οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες δεν υστερούσαν καθόλου σε αυτοεκτίμηση. Την αντίληψη που είχαν για τον εαυτό τους την αποδίδει θαυμάσια ο Πέτρος (Α’ Πετρ. β’ 9): Υμείς δε γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, αλός εις περιποίησιν, όπως τας αρετάς εξαγγείλητε του εκ σκότους υμάς καλέσαντος εις το θαυμαστόν αυτού φως. Εννοείται ότι οι χαρακτηρισμοί προέρχονται κατευθείαν και επακριβώς από την εβραϊκή παράδοση.

Αυτό το βασίλειον ιεράτευμα όμως αποτελείτο από ανθρώπους, οι οποίοι έπρεπε να έχουν μια συγκεκριμένη κοινωνική συμπεριφορά, έναν κώδικα αξιών κλπ. Με αυτά ασχολήθηκαν οι απόστολοι και χάρις στις Πράξεις και στις Επιστολές μας άφησαν μια αρκετά κατατοπιστική εικόνα για την εποχή τους (1).

Ο Πέτρος συμβουλεύει τους πιστούς (Α’ Πετρ. β’ 11-12): Αγαπητοί, παρακαλώ ως παροίκους και παρεπιδήμους, απέχεσθε των σαρκικών επιθυμιών, αίτινες στρατεύονται κατά της ψυχής, την αναστροφήν υμών έχοντες καλήν εν τοις έθνεσιν, ίνα εν ώ καταλαλούσιν υμών ως κακοποιών, εκ των καλών έργων εποπτεύσαντες δοξάσωσι τον Θεόν εν ημέρα επισκοπής. Η χειρότερη και πιο επικίνδυνη από τις σαρκικές επιθυμίες είναι η σεξουαλικότητα, για τη διαχείρηση, δηλαδή την καταστολή, της οποίας οι συγγραφείς των Επιστολών δεν κουράζονται να νουθετούν και να παραγγέλουν.

Ο Παύλος δίνει λεπτομερείς οδηγίες για το ποιες πρέπει να είναι οι σχέσεις των φύλων (Α’ Κορ. ε’ 1-2 & 9-11): Όλως ακούεται εν υμίν πορνεία, και τοιαύτη πορνεία, ήτις ουδέ εν τοις έθνεσιν ονομάζεται, ώστε γυναίκα τινα του πατρός έχειν. Και υμείς πεφυσιωμένοι εστέ, και ουχί μάλλον επενθήσατε, ίνα εξαρθή εκ μέσου υμών ο το έργον τούτο ποιήσας! (…) Έγραψα υμίν εν τη επιστολή μη συναναμίγνυσθαι πόρνοις, και ου πάντως τοις πόρνοις του κόσμου τούτου ή τοις πλεονέκταις ή άρπαξιν ή ειδωλολάτρες’ επεί οφείλετε άρα εκ του κόσμου εξελθείν’ νυν δε έγραψα υμίν μη συναναμίγνυσθαι εάν τις αδελφός ονομαζόμενος ή πόρνος ή πλεονέκτης ή ειδωλολάτρης ή λοίδορος ή μέθυσος ή άρπαξ, τω τοιούτω μηδέ συνεσθίειν. Σημειωτέον ότι ως πορνεία θεωρείται οποιαδήποτε ερωτική επαφή γίνεται εκτός γάμου.

Ο Παύλος επιχειρηματολογεί θεολογικά για να αποδείξει ότι η πορνεία (δηλαδή η εκτός γάμου οποιαδήποτε έκφραση σεξουαλικότητας) είναι η απόλυτη καταστροφή (Α’ Κορ. στ’ 9-10 & 16-18): Ουκ οίδατε ότι άδικοι βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι; Μη πλανάσθαι’ ούτε πόρνοι, ούτε ειδωλολάτραι ούτε μοιχοί ούτε μαλακοί ούτε αρσενοκοίται ούτε πλεονέκται ούτε κλέπται ούτε μέθυσοι, ου λοίδωροι, ουχ άρπαγες βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι. (…) Ή ουκ οίδατε ότι ο κολλώμενος τη πόρνη εν σώμα εστιν; Έσονται, γαρ φησίν, οι δύο εις σάρκα μίαν’ ο δε κολλώμενος τω Κυρίω εν πνεύμά εστι. Φεύγετε την πορνείαν. Παν αμάρτημα ό αν ποιήσει άνθρωπος εκτός του σώματος εστιν, ο δε πορνεύων εις το ίδιον σώμα αμαρτάνει. Σύμφωνα με τον Παύλο όσοι αυτοϊκανοποιούνται (μαλακοί) εξισώνονται ως προς την απώλεια της βασιλείας με τους κλέφτες και τους άρπαγες. Εννοείται ότι εξίσου κατεστραμμένοι είναι και οι ομοφυλόφιλοι (αρσενοκοίται). Γιατί όμως ο Παύλος, επικαλούμενος απόσπασμα από τις Γραφές, υποστηρίζει ότι με την ερωτική συνεύρεση με την πόρνη (δηλαδή οποιαδήποτε γυναίκα πλην της νομίμου συζύγου) έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν – έκφραση που χρησιμοποιεί αλλού για τους νόμιμους γάμους; Μα γιατί θέλει να τρομοκρατήσει τους πιστούς, ότι η έστω περιστασιακή αυτή αμαρτία θα τους ακολουθεί δια παντός, εφ’ όσον στα μάτια του Θεού έχουν γίνει μία σάρκα με την πόρνη.

Πόσο βαθιά απεχθάνεται ο Παύλος τον έρωτα, φαίνεται από το ακόλουθο απόσπασμα (Α’ Κορ. ζ’ 1-2): Περί δε ων εγράψατέ μοι, καλόν ανθρώπω γυναικός μη άπτεσθαι’ δια δε τας πορνείας έκαστος την εαυτού γυναίκα εχέτω, και εκάστη τον ίδιον άνδρα εχέτω. Η ερωτική πράξη, έστω και μέσα στο γάμο, δεν παύει να είναι πορνεία! Επειδή όμως οι παντρεμένοι χριστιανοί είναι άνθρωποι που προσπαθούν να συμβιβάσουν την ανθρώπινη φύση με την επιδίωξη της σωτηρίας (και δια της …αποχής) ο Παύλος συμβουλεύει (Α’ Κορ. ζ’ 5): Μη αποστερείτε αλλήλους, ει μη τι αν εκ συμφώνου προς καιρόν, ίνα σχολάζητε τη νηστεία και τη προσευχή και πάλιν επί το αυτό συνέρχησθε, ίνα μη πειράζει υμάς ο σατανάς δια την ακρασίαν υμών. Αλλά για να μην τον παρεξηγήσουν, σπεύδει να δηλώσει (Α’ Κορ. ζ’ 7-9): Θέλω γαρ πάντας ανθρώπους είναι ως και εμαυτόν’ αλλ’ έκαστος ίδιον χάρισμα έχει εκ Θεού, ός μεν ούτως, ός δε ούτως. Λέγω δε τοις αγάμοις και ταις χήραις, καλόν αυτοίς εστιν εάν μείνωσιν ως καγώ. Ει δε ουκ εγκρατεύονται, γαμησάτωσαν’ κρείσσον γαρ εστι γαμήσαι ή πυρούσθαι. Δηλαδή, όποιος δεν αντέχει στην απόλυτη αποχή -είναι δηλαδή φυσιολογικός και υγιής άνθρωπος – ας το κάνει, αλλά θα πρέπει να ντρέπεται γι’ αυτό!

Είναι προφανές ότι ο Παύλος θα προτιμούσε να κόψει εντελώς την κακιά συνήθεια του έρωτα στους ανθρώπους. Επειδή όμως καταλαβαίνει ότι αυτό δεν είναι εφικτό, βάζει λίγο νερό στο κρασί του, αλλά δεν παραλείπει να τους τονίσει ότι με τον γάμο στο τέλος θα βρουν το μπελά τους (Α’ Κορ. ζ’ 28): Εάν δε και γήμης, ουχ ήμαρτες’ εάν δε και γήμη η παρθένος, ουχ ήμαρτε’ θλίψιν δε τη σαρκί έξουσιν οι τοιούτοι’ εγώ δε υμών φείδομαι.

Αλλά ο Παύλος προχωρά παραπέρα: Τι νόημα, λέει, έχουν όλα αυτά, αφού εντός ολίγου χρόνου επέρχεται το τέλος των πραγμάτων; (Α’ Κορ. ζ’ 29-35): Τούτο δέ φημι, αδελφοί, ο καιρός συνεσταλμένος το λοιπόν εστιν, ίνα και οι έχοντας γυναίκας ως μη έχοντες ώσι, και οι κλαίοντες ως μη κλαίοντες, και οι χαίροντες ως μη χαίροντες, και οι αγοράζοντες ως μη κατέχοντες, και οι χρώμενοι τω κόσμω τούτω ως μη καταχρώμενοι’ παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου (2). Θέλω δε υμάς αμερίμνους είναι, ο άγαμος μεριμνά τα του Κυρίου, πως αρέσει τω Κυρίω’ ο δε γαμήσας μεριμνά τα του κόσμου, πως αρέσει τη γυναικί. Μεμέρισται και η γυνή και η παρθένος, η άγαμος μεριμνά τα του Κυρίου, ίνα ή αγία και σώματι και πνεύματι’ η δε γαμήσασα μεριμνά τα του κόσμου, πως αρέσει τω ανδρί. Τούτο δε προς το υμών αυτών συμφέρον λέγω, ουχ ίνα βρόγχον υμίν επιβάλω, αλλά προς το εύσχημον και ευπάρεδρον τω Κυρίω απερισπάστοις.

Ίσως επειδή ο Παύλος καταλαβαίνει ότι με τα γραφόμενά του έχει αποσυντονίσει εντελώς το μυαλό των άτυχων Κορινθίων, παραθέτει μια τελευταία σειρά οδηγιών (Α’ Κορ. ζ’ 36-40): Ει δε τις ασχημονείν επί την παρθένον αυτού νομίζει, εάν ή υπέρακμος, και ούτως οφείλει γενέσθαι, ό θέλει ποιείτω’ ουχ αμαρτάνει’ γαμείτωσαν. Ός δε έστηκεν εδραίος εν τη καρδία, μη έχων ανάγκην, εξουσίαν δε έχει περί του ίδίου θελήματος, και τούτο κέκρικεν εν τη καρδία αυτού, του τηρείν την εαυτού παρθένον, καλώς ποιεί. Ώστε και ο εκγαμίζων καλώς ποιεί, ο δε μη εκγαμίζων κρείσσον ποιεί. Γυνή δέδεται νόμω εφ’ όσον χρόνον ζη ο ανήρ αυτής’ εάν δε κοιμηθή ο ανήρ αυτής, ελευθέρα εστίν ώ θέλει γαμηθήναι, μόνον εν Κυρίω. Μακαριωτέρα δε εστιν εάν ούτω μείνη, κατά την εμήν γνώμην’ δοκώ δε καγώ Πνεύμα Θεού έχειν. Δεν είναι βέβαια τυχαίο το απαρέμφατο ασχημονείν: είναι ολοφάνερο ότι για τον Παύλο ο έρωτας παραμένει βρώμικος, έστω και μέσα στο γάμο. Αλλά, λέει ο Παύλος, όποιος δεν κρατιέται και ασχημονεί, δεν αμαρτάνει. Όποιος όμως κρατιέται και διατηρεί την παρθένο του – πράττει ακόμα καλύτερα. Τώρα πως συμβιβάζεται αυτό με το μη αποστερείτε αλλήλους είναι μια άλλη ιστορία. Όσο για τις χήρες, καλύτερα να μείνουν σ’ αυτήν την κατάσταση – για να αναμένουν με καλύτερες προοπτικές σωτηρίας την επικείμενη συντέλεια (3).

Σε άλλη επιστολή αναφέρει, αποδίδοντας με τη συνηθισμένη άνεση του θεολόγου τις απόψεις του απευθείας στο θέλημα του Θεού (Α’ Θες. Δ’ 3-5): Τούτο γαρ εστι θέλημα του θεού, ο αγιασμός υμών, απέχεσθαι υμάς από της πορνείας, ειδέναι έκαστον ημών το εαυτού σκεύος κτάσθαι εν αγιασμώ και τιμή, μη εν πάθει επιθυμίας καθάπερ και τα έθνη τα μη ειδότα τον Θεόν.

Άραγε, στους είκοσι αιώνες που έχουν περάσει από τότε, πόσοι και πόσοι νέοι και νέες που γεννήθηκαν υγιείς και φυσιολογικοί άνθρωποι επηρεάστηκαν από τον Παύλο και στρέβλωσαν τη ζωή τους, γέμισαν ενοχές και απελπισία για την αμαρτία του έρωτα ή ακύρωσαν εντελώς την ερωτική τους κλίση (με καταστροφικά αποτελέσματα για την πνευματική και σωματική τους υγεία) -αν έτυχε να είναι ομοφυλόφιλοι, άντρες ή γυναίκες; Φυσικά δεν είναι μονάχα ο Παύλος που τα προξένησε όλα αυτά, ολόκληρες στρατιές εκκλησιαστικών διδασκάλων, αγίων, επισκόπων, μοναχών και θεολόγων έσπευσαν και εξακολουθούν να σπεύδουν για να τον συνδράμουν στον μεγάλο του αγώνα ενάντια στη φύση και τη χαρά της ζωής. Η αλήθεια είναι ότι τα κατέφεραν και εξακολουθούν να τα καταφέρνουν αρκετά καλά – εις βάρος των ανθρώπων.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Το ενδιαφέρον για τα κείμενα αυτά θα ήταν περιορισμένο αν δεν αποτελούσαν το σώμα της Καινής Διαθήκης, μαζί με τα Ευαγγέλια. Τα επέλεξαν δηλαδή οι χριστιανοί ηγέτες για να φωτίζουν και να καθοδηγούν εσαεί τους χριστιανούς. Επιπλέον είναι τα μόνα που μπορούν να θεωρηθούν με ασφάλεια ορθόδοξα και όχι ύποπτα για αιρετικές αποκλίσεις. Για δυο χιλιάδες χρόνια αποτελούν την αφετηρία, το τέρμα και την πηγή έμπνευσης για εκατομμύρια πιστούς. Επειδή, λοιπόν, κάποιοι συμπατριώτες μας αριστεροί θέλουν να φέρουν την Ορθοδοξία στο κέντρο μιας Ελληνικής Πρότασης για το μέλλον, θα πρέπει να γίνει κατανοητό περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Και ο καλύτερος τρόπος για να κατανοήσουμε το πνευματικό, το αξιακό υπόβαθρο του χριστιανισμού, είναι η προσφυγή στις πηγές του, τις αιώνιες και αστείρευτες, δηλαδή στα κείμενα της Καινής Διαθήκης. Είναι βαρετό, πολλές φορές, αλλά είναι απαραίτητο.

(2) Ακούμε κάθε τρεις και λίγο διάφορες σέχτες να προσδιορίζουν το επερχόμενο τέλος του κόσμου, την έλευση της βασιλείας κλπ. Όλοι αυτοί δεν πρωτοτυπούν, απλώς μιμούνται τους αποστόλους και τον ίδιο τον Ιησού.

3) Επειδή οι χριστιανικές Εκκλησίες από κάποιο σημείο και ύστερα απευθύνονταν σε μεγάλα πλήθη λαού και όχι σε μικρές κοινότητες – σέχτες ενθουσιασμένων πιστών, οδηγήθηκαν φυσιολογικά στο να ευλογούν και να επικροτούν και να θεωρούν απαραίτητους τους γάμους των ανθρώπων. Παράλληλα όμως εξακολουθούν πάντοτε να ενθαρρύνουν και το πλήθος εκείνων που διαλέγουν τον δρόμο της απόλυτης εναντίωσης στη φύση και παίρνουν ως οδηγό τα γραφόμενα του Παύλου. Δεν είναι ζήτημα ελευθερίας και ελεύθερης επιλογής, από τη μεριά της επίσημης Εκκλησίας είναι ένα ακόμα πεδίο επίδειξης πνευματικού και …πολιτικού οπορτουνισμού.

*

Repost, άκρως επίκαιρον λόγω της θερινής περιόδου ακολασίας που διανύομεν.