Απαντά ο bioannis

Θα μπορούσα να απαντήσω ευθέως μ’ ένα μεγάλο ΟΧΙ, στην παραπάνω ερώτηση/τίτλο, ώστε να μην υπάρχει ανάγκη να γράψω αυτό το σημείωμα. Το ξερό όχι, σε απαλλάσσει από επίπονες προσπάθειες εύρεσης λύσεων.

Θα την κάνω όμως την αποκοτιά, στο όνομα ενός όρου («αειφορία») που από παλιά οι ριζοσπάστες οικολόγοι (ελευθεριακοί, πολιτικοί οικολόγοι, κοινοτιστές, οικαναρχικοί, βαθείς οικολόγοι, κ.λ.π) αλλά και χίππιδες, οικοφεμινίστριες, κλ.π.  αντιμετώπιζαν με περισσή καχυποψία, έως ολοφάνερη εχθρότητα.

Ήταν φυσικό, η οικολογία σαν κίνημα πολιτισμού στην αρχή, με ρίζες στην Νέα Αριστερά της δεκαετίας του ‘50 και του ’60 να αντιμετώπιζε με περισσή καχυποψία την «αειφορία» και να της φορτώνει το απολίθωμα της αριστερής σκέψης «ρεφορισμός ή επανάσταση». Η ίδια η απολιθωματική (παραδοσιακή)  αριστερά (και όχι μόνο στη χώρα μας) την δεκαετία του ’70, αν δεν ήταν εχθρική στα σχετικά με την Οικολογία, κοιμόταν τον «ύπνο του δικαίου».

Έτσι, αντιπαρέρχομαι στα γρήγορα, βραχυκυκλώματα του τύπου, «πράσινος καπιταλισμός», «ανθρωπιστικός πόλεμος» … το «πράσινο/χακί» και το «πράσινο/λαχανί» και προχωράω ακάθεκτος να περιγράψω, πως θα μπορούσε κανείς να ανοίξει μια συζήτηση, πρώτα αποσαφηνίζοντας τα περί «αειφορίας» και σε δεύτερο επίπεδο, την εφαρμογή αυτών των αρχών (γιατί περί αρχών πρόκειται) στα περί «αειφορικού κυνηγίου» στην Ελλάδα και …. «όποιον πάρει ο χάρος».

Ως αρχικό σχόλιο μόνο, αναφέρω ότι η έννοια της «αειφορίας» διαστρεβλώθηκε, διαστράφηκε, ώστε σήμερα ενδεχομένως, να αποτελεί, το αναπόσπαστο μέρος του λεξιλογίου και το κύριο «επιχείρημα» (όντας ένα «πουκάμισο αδειανό») της άγριας αναπτυξιολαγνείας, και της εν γένει δυτικότροπη αντίληψης που υποστηρίζει, ότι «ο άνθρωπος αποτελεί το πολυτιμότερο προϊόν της φύσης», τεκμηριώνοντας ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΙΚΑ πλέον, τη συμπεριφορά της ληστρικής εκμετάλλευσης Φύσης και ανθρώπινης εργασίας.

Η ουσία και το περιεχόμενο του Οικολογικού κινήματος δεν είναι τρύπιες σημαίες, άδειες λέξεις των ψευτορητόρων της κοινωνικής υποκρισίας. Πολλά σημεία της Οικολογικής σοφίας (επιστημονικά διατυπωμένης ως αφετηρία) τοποθετούν τους κυνηγούς (ειδικά στην Ελλάδα) όχι απλά έξω από το πλαίσιό της, αλλά τους κάνουν ορκισμένους εχθρούς της. Έχω και άλλες φορές γράψει, ότι -με την ανακήρυξή τους σε οικολογικές οργανώσεις- οι κυνηγοί δεν αποβλέπουν στο οικονομικό (επιδοτήσεις ΕΕ), αποβλέπουν στη διάλυση, διαμέσου διαστρέβλωσης και τελικά στην κατάργηση των Οικολογικών μηνυμάτων.

Ένα επιχείρημα ανάμεσα στα τόσα άλλα, είναι και η κενού περιεχόμενου χρήση της έννοια της «αειφορίας» από τους οργανωμένους κυνηγούς, και ειδικά από τους επικοινωνιακά υπολογίσιμους επαγγελματίες του ιερατείου τους (δεν είναι οι μόνοι βέβαια, την ίδια χρήση του όρου «αειφορία»  κάνουν, και το ίδιο  επιδιώκουν, μεγαλο-επιχειρηματίες, βιομηχανίες, πετρελαϊκοί κολοσσοί κ.λ.π ). Ας δούμε με περισσότερες λεπτομέρειες το περιεχόμενο του όρου «αειφορία»

Οι τρεις ορισμοί της αειφορίας:

  • Η ικανότητα μιας πρακτικής, μιας κοινωνίας, ενός οικοσυστήματος κ.λ.π., να διατηρείται και να λειτουργεί στο διηνεκές (για πάντα).
  • Η ανάπτυξη είναι αειφόρος όταν ικανοποιεί τις σύγχρονες ανάγκες, χωρίς να μειώνει τις δυνατότητες των μελλοντικών γενεών να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες (WCED 1987).
  • Η ανάπτυξη είναι αειφόρος όταν βελτιώνει την ποιότητα ζωής στο πλαίσιο των ορίων που θέτει η φέρουσα ικανότητα των οικοσυστημάτων που υποστηρίζουν τη ζωή (UNEP/WWF/IUCN, 1991)

Οι παραπάνω ορισμοί, δρουν συμπληρωματικά ο ένας προς τον άλλο. Ο πρώτος θέτει το θέμα της διατήρησης/προστασίας, ο δεύτερος θέτει το θέμα της διαγενεακής (μεταξύ των γενεών, τωρινών και μελλοντικών) αλληλεγγύης και υπευθυνότητας, και ο τρίτος την συνολική Οικολογική διάσταση του όρου.

Το επιστημονικό υπόβαθρο

Το «επιστημονικό corpus» πάνω στο οποίο στηρίζεται η έννοια της «αειφορίας» είναι αυτό του αντίστοιχου κεφαλαίου της πληθυσμιακής Οικολογίας περί «βιοχωρητικότητας» (ή φέρουσας ικανότητας). Μια σταθερά Κ που εκφράζει όλο το φάσμα περιορισμών του περιβάλλοντος και εξισορροπεί δυναμικά τον ρυθμό θανάτων (και μεταναστεύσεων) με τον ρυθμό γεννήσεων (και εποικισμών). Όλα αυτά περιγράφονται θεωρητικά (λογιστικά, μαθηματικά) μέσω της λεγόμενης «καταστατικής εξίσωσης της Οικολογίας» η οποία έχει την γενική μορφή:

ΔΝ/ΝΔt = B/ΝΔt – D/ΝΔt  ή  ΔΝ/ΝΔt = b – d = r

(Ρυθμός μεταβολής Πληθυσμού, ανά άτομο πληθυσμού, με d =ρυθμός θανάτων, b = ρυθμός γεννήσεων και r = ενδογενής ρυθμός αύξησης, του είδους υπό μελέτη).

Η πυκνοεξάρτηση των δημογραφικών γεγονότων (γεννήσεις, θάνατοι, μεταναστεύσεις, αλλά και ειδικά δημογραφικά δεδομένα, όπως μακροβιότητα, χρονικό διάστημα μεταξύ διαδοχικών γεννήσεων, χρονική περίοδος κυήσεως, χρονική περίοδος εξάρτησης νεογέννητων («μητρική φροντίδα»), ηλικία αναπαραγωγικής ωρίμανσης) αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους μηχανισμούς ελέγχου των πληθυσμιακών συστημάτων.

Γενικά, συγκεκριμένοι πληθυσμοί (λόγω της δυναμικής φύσης των βιολογικών/οικολογικών αιτίων πληθυσμιακής μεταβολής) χαρακτηρίζονται από διακριτά (πρότυπα) μοντέλα διακύμανσης. Για μικρόβια, έντομα, αλλά και οργανισμούς που αποικίζουν «Οικολογικά Κενά» (όπως για παράδειγμα τα αζωτοδεσμευτικά φυτά μετά από πυρκαγιά) οι καμπύλες αύξησης ακολουθούν εκθετική, ή γεωμετρική μεταβολή (Μαλθουσιανό μοντέλο).

Στο σημείο όπου οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί (βιοτικοί και αβιοτικοί) εισάγουν ενδοπληθυσμιακούς παράγοντες ανταγωνισμού (τροφικά διαθέσιμα, χώροι απόθεσης αυγών, διαθέσιμοι χώροι για μετακίνηση, θέσεις τροφής, παρουσία θηρευτών – ανταγωνιστών κ.λ.π.) η καμπύλη αύξησης ακολουθεί διάφορα λογιστικά μοντέλα, ανάλογα του ενδογενούς ρυθμού αύξησης, του είδους προς μελέτη.

Όλα τα μοντέλα λογιστικής μεταβολής (σιγμοειδής καμπύλη) υπονοούν πυκνοεξαρτημένους πληθυσμούς και έχουν ως υπόβαθρο επιβίωσης/αναπαραγωγής, τη διαθεσιμότητα διατροφικών πόρων (όχι μόνο σε ποσότητα, αλλά και ποιότητα, θέση στο χώρο, κατανομή, διασπορά κ.λ.) και τα αποτελέσματα του ενδοειδικού (ή ενδοπληθυσμιακού) ανταγωνισμού, θετικού (ανταγωνισμός) και αρνητικού (συνεργασία).

Ένα απλό παράδειγμα (αναφέρεται στο Εισαγωγή στην Οικολογία, του Γ. Στάμου), παρουσιάζεται σε μορφή διαγράμματος, παρακάτω:

Σε πυκνότητες μικρότερες των 17 ατόμων η b αυξάνει όσο αυξάνει η πυκνότητα, η d μειώνεται (αρνητικός ανταγωνισμός). Το αντίθετο συμβαίνει για πυκνότητες μεγαλύτερες των 17 ατόμων. Κάτω από τα 8 άτομα (Κ’) όπως και πάνω από 29 άτομα (Κ) οι θάνατοι υπερβαίνουν τις γεννήσεις και ο πληθυσμός φθίνει. Κ & Κ’ είναι τα σημεία όπου οι γεννήσεις εξισορροπούν τους θανάτους και ο πληθυσμός παραμένει στατικός.

Ειδικά για τα θηλαστικά (αυξημένη μακροβιότητα, μεγάλα διαστήματα μεταξύ διαδοχικών γεννήσεων, αυξημένη μητρική φροντίδα, αυξημένη περίοδος κυήσεων κ.λ.π.) ο ενδογενής ρυθμός αύξησης είναι εξαιρετικά αργός. Περιγράφεται γενικά διαμέσου του ενδογενούς ρυθμού αύξησης, όπου ο r = 1 ο πληθυσμός διατηρείται σταθερός στο χρόνο. (r > 1 αύξηση, r < 1 ελάττωση, και r = 2 διπλασιασμός κάθε γενιά κ.λ.π.)

Οι ενστάσεις και τα σκοτεινά σημεία

Αν και η συζήτηση γύρω από αυτό το κεφάλαιο της Πληθυσμιακής Οικολογίας δεν  αναδεικνύει  ιδιαίτερες θεωρητικές ασάφειες και λεπτεπίλεπτες διαφοροποιήσεις στο επιστημονικό πεδίο, η μεταφορά όλης αυτής της (αποκτημένης πρόσφατα) γνώσης στις ανθρώπινες καταστάσεις (πολιτική, κοινωνία, οικονομία) είναι ιδιαίτερα προβληματική, και εδώ ακριβώς είναι η περιοχή ασάφειας της έννοιας «αειφορία» και βιοχωρητικότητα. Για παράδειγμα, μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η όλη προσπάθεια του ανθρώπου μέσω τεχνολογίας, του έχει επιτρέψει μια συνεχή διεύρυνση της βιοχωρητικότητας του περιβάλλοντος προς όφελός του (μετατοπίζοντας το Κ όλο και πιο πάνω), και μέχρι σήμερα τουλάχιστον δεν φαίνονται όρια σε αυτή την κατεύθυνση.

Πλείστα ερωτήματα γεννιόνται σε αυτό το πεδίο. Ερωτήματα που έχουν τεθεί σε όλα τα μήκη και πλάτη της ανθρώπινης δραστηριότητας, από το Οικολογικό Κίνημα.  Για παράδειγμα, μπορεί να γίνει κατανοητή και αποδεκτή η επιβίωση/αναπαραγωγή του ανθρώπινου είδους, έξω από το σύστημα αλληλεξάρτησης με τα άλλα είδη και γενικά με τις προϋποθέσεις ζωής στη βιόσφαιρας; Επίσης, πως μπορεί να νομιμοποιηθεί, από αυτή την άποψη, η κατάργηση της ύπαρξης και του ρόλου των ωκεανών, των δασών, του αέρα, της γης, για τον «ίδιο τον εαυτό τους» και τα βιολογικά όντα που επιβιώνουν μέσα σ’ αυτά, προς όφελος αποκλειστικά των ανθρώπινων συμφερόντων;  Η «τεχνητή» ζωή (ολοκληρωτικός έλεγχος των βιοτικών και αβιοτικών παραμέτρων του πλαισίου ζωής) μπορεί να αντικαταστήσει την «φυσική ζωή», εν μέρει ή εν γένει; Έχει η Φύση από μόνη της αξία (αυταξία, εγγενής αξία); ή ο άνθρωπος είναι αυτός ο οποίος μέσω της «εργαλειοποίησης» του φυσικού κόσμου, της δίνει αξία και νόημα;

Είναι εύλογο το εύρος αυτής της συζήτησης, και δεν θα ασχοληθώ με τέτοιου είδους βιο-ηθικά ζητήματα σε αυτή την ανάρτηση (ηθική= σύνολο κανόνων που ακολουθούνται συνειδητά στο εσωτερικό πλαίσιο συμβίωσης ανθρώπινων κοινοτήτων, βιο-ηθική=  σύνολο κανόνων που ακολουθούνται συνειδητά στο πλαίσιο συμβίωσης ανθρώπινων κοινοτήτων και φυσικού περιβάλλοντος). Ωστόσο, τα ερωτήματα έχουν τεθεί, και ξεπερνούν κατά πολύ την φύση και το ρόλο των μέχρι σήμερα γνωστών τύπων κοινωνικής οργάνωσης (καπιταλισμός, σοσιαλισμός, κ.λ.π), απλά γιατί ποτέ μέχρι σήμερα ο άνθρωπος δεν έφτασε σε τέτοια τεχνολογική «ανάπτυξη», ώστε να απειλήσει σοβαρά την ακεραιότητα του ίδιου του πλανήτη που κατοικεί (πυρηνικά, κλιματική τροποποίηση, μεταλλαγμένα, υπερπληθυσμός κ.λ.π).

Η περίπτωση του κυνηγίου στην Ελλάδα

Κάθε χρόνο στην Ελλάδα, την τελευταία 10ετία, οι αιτήσεις για άσκηση του κυνηγίου κυμαίνονται γύρω στις 250.000. Ένας στους 40 Έλληνες είναι «εν δυνάμει» ενεργός κυνηγός. Αν αφαιρέσει κανείς από τον συνολικό πληθυσμό της Ελλάδας …ανήλικους, υπερήλικους (άνω των 80), μητέρες εγκυμονούσες, και φανατικούς αντι-κυνηγούς, το ποσοστό πέφτει δραματικά. Εκτιμώ ότι 1 κυνηγός ανά 20-25 Έλληνες είναι ένα «λογικό» νούμερο, και αφορά συμπολίτες μας που καθ’ οιονδήποτε λόγο είναι εμπλεκόμενοι ενεργά και συντηρούν το κύκλωμα «κυνήγι». Αν και δεν πρόκειται για «ενός τύπου ανθρώπου», πράγμα που υπονοεί ο όρος «κυνηγός» (υπάρχουν από επαγγελματίες, με παράνομα εισόδημα από το κυνήγι, έως άτομα που βγάζουν την άδεια για να κυνηγήσουν από μια έως καμία φορά την κυνηγετική περίοδο) πρόκειται για ένα υπερβολικά μεγάλο αριθμό.

Οι ίδιοι οι κυνηγοί (οι εκπρόσωποι των οργανώσεών τους, καλύτερα) όχι μόνο δεν έχουν συνειδητοποιήσει το μέγεθος και την φύση αυτού του προβλήματος, αλλά θέλουν να το αυξήσουν με καμπάνιες από τα ραδιόφωνα, τις εφημερίδες αλλά ακόμη και μέσα στα σχολεία. Είναι δυνατόν η αναλογία 1/25 κυνηγοί ανά ενεργό κάτοικο να αντιμετωπίζεται με στρατηγικές αύξησης;

Είναι!! Γιατί αυτό που υπολογίζεται από τους «ινστρούχτορες» των κυνηγών είναι η αύξηση εσόδων, η χρήση του εκβιασμού «είμαστε πολλοί», που αναβαθμίζει τον πολιτικό τους ρόλο και τις φιλόδοξες πρακτικές τους.

Πέρα από αυτό, και σύμφωνα με όσα (περιληπτικώς) εξέθεσα παραπάνω, το κατ’ εξοχήν πρόβλημα είναι ο υπολογισμός της βιο-χωρητικότητας θηραμάτων και συμπατρικών ειδών, και επομένως η υλοποίηση των αρχών της «αειφορίας» σχετικά με το κυνήγι. Τι σημαίνει αυτό;

Η καταστρατήγηση της έννοιας «φέρουσα ικανότητα», υποβαθμίζει και τελικά οδηγεί σε ολική κατάρρευση των πληθυσμιακών συστημάτων. Σε αντιδιαστολή με την επικρατούσα λαϊκή άποψη, τα άγρια ζώα εξαφανίζονται πολύ πριν απομείνει τελικά, το τελευταίο ζευγάρι αναπαραγωγής τους. Ένα συγκεκριμένο πληθυσμιακό μέγεθος είναι αυτό που αντιμετωπίζει το φάσμα της εξαφάνισης (δήμος, είναι η σωστή ορολογία) γιατί η γενετική ποικιλομορφία δεν περιορίζεται σε ένα ζευγάρι (2 άτομα) του πληθυσμού.

Σε κάθε τόπο λοιπόν, και σε κάθε περίπτωση «άγριου» είδους που βρίσκεται υπό καθεστώς θήρας (καλώς ή κακώς) πρέπει να υπολογίζονται οι ρυθμοί μεταβολής του πληθυσμού τους, τα αίτια μείωσής του, και επομένως να καθορίζεται ένα μέγιστο ποσό θηρευόμενων ατόμων, υπολογίζοντας και την τροφή που μένει για φυσικούς θηρευτές (αλεπούδες, λύκους, αρκούδες κ.λ.) Επιπλέον, κάθε θηρευόμενο άτομο πρέπει να καταγράφεται σε «πρωτόκολλα βιο-παρακολούθησης» για να εκτιμάται πλήρως η κυνηγετική πίεση στο είδος υπό καθεστώς θήρας. Η όλη προσπάθεια, αν και περισσότερο περίπλοκη από ότι παρουσιάζεται εδώ (για ευνόητους λόγους) επιδιώκει μια πρώτη υλοποίηση της θέληση της κοινωνίας να υλοποιήσει ενσυνείδητες δράσεις που επανατοποθετούν τον άνθρωπο στους περιορισμούς του Φυσικού κόσμου, αναγνωρίζουν το δικαίωμα ζωής και αναπαραγωγής των φυσικών πληθυσμών, συμφιλιώνονται με τη πραγματικότητα της ποικιλίας μορφών ζωής (βιοποικιλότητα), και υιοθετούν αρχές της λογικής, της ανοχής και της ειρηνικής συνύπαρξης Ανθρώπου – Φύσης.

Αυτό που δεν έχει γίνει κατανοητό από τους «καθαρούς (δογματικούς) οικολόγους», με συνέπεια την αποδυνάμωση των προσπαθειών ανατροπής της σημερινής κατάστασης -εν πολλοίς ανεξέλεγκτη και υπό την πλήρη ηγεμονία των οργανωμένων κυνηγών- είναι ότι αυτή η διαδικασία (επανατοποθέτηση του ανθρώπου στους περιορισμούς του Φυσικού κόσμου) είναι μια μακρά διαδικασία και ενέχει στοιχεία νέας γνώσης που δεν είναι κατανοητά από το σύνολο της κοινωνίας. Η διαδικασία αυτή είναι διαδικασία πολιτισμού και παιδείας (πειθούς και διάδοσης συμπεριφορών) και όχι καταναγκασμών και βίαιων απαγορεύσεων. Ό,τι απαγορεύεται γίνεται πιο ποθητό. Κατηγορώντας αυτούς που δίνουν διέξοδο, ως μετροπαθείς, ρεφορμιστές, ακόμη και προδότες, αναπαράγουν το πλαίσιο μια γνωστής λογικής (στην χώρα μας τουλάχιστον), της λογικής «επανάσταση» τώρα ή θάνατος, μιας κλασικής αριστερίστικης λογικής, που αυτοθαυμάζεται από το βάθος της προσήλωσής της «στον μέγα σκοπό», ενώ ο κόσμος γύρω καταστρέφεται. Δεν γεννιέται από τη στάχτη του παλαιού το καινούργιο. Το νέο είναι παρακλάδι του παλιού!! Αυτό τουλάχιστον ισχυρίζεται η εξελικτική βιολογία.

Λύση ; Υπάρχει λύση ;

Δεν ξέρω αν πραγματικά υπάρχει λύση, έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα σχετικά με το κυνήγι στην Ελλάδα. Να μερικές σκέψεις:

Καθορισμός περιοχών άσκησης κυνηγίου. Απαγόρευση κυνηγίου έξω από αυτές. Σήμερα κάθε εκατοστό της ελληνικής υπαίθρου -εκτός από ορισμένες περιοχές, οι οποίες είναι αφύλαχτες, από φορείς της κοινωνίας- είναι εν δυνάμει κυνηγότοπος. Είναι σαφές ότι ο κοινωνικός έλεγχος, η φύλαξη και η βιο-παρακολούθηση μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές μπορεί να υλοποιηθεί.

Με ειδικές μελέτες περιβάλλοντος (ΕΠΜ) και προεδρικά διατάγματα, να καταρτίζονται από πανεπιστημιακούς φορείς (τομείς Ζωολογίας, «άγριας ζωής», βιολογικών τμημάτων) «ειδικά σχέδια διαχείρισης θήρας» κάθε χρόνο, ανά περιοχή. Η αξιολόγηση της δυνατότητας άσκησης θήρας στην «ελεγχόμενη περιοχή άσκησης κυνηγίου» να είναι συνδεδεμένη με:

  • την καταγραφή ειδών, πληθυσμών, οικολογίας και συμπεριφοράς της τοπικής πανίδας, θηραματικής και μη
  • την εκτίμηση βιοτόπων για τα θηρεύσιμα και τα μη θηρεύσιμα είδη
  • τον καθορισμό ποσοτικών μεγεθών που είναι αναγκαία για βιώσιμους πληθυσμούς

Εκτιμάται επίσης, η συχνότητας της επίσκεψης, η τάση της στο χρόνο, των κινήτρων, και της συμπεριφοράς των κυνηγών. Διαφοροποιούνται ως προς το δικαίωμα άσκησης κυνηγίου στην συγκεκριμένη περιοχή, οι ντόπιοι κυνηγοί και αυτοί που έχουν ξανακυνηγήσει  στην διάρκεια της κυνηγετικής περιόδου. Καθορίζεται ανώτατο όριο συνύπαρξης κυνηγών την ίδια μέρα στον κυνηγότοπο. Για κάθε αφαιρούμενο θήραμα «άγριας προέλευσης» οι κυνηγοί πληρώνουν ένα αντίτιμο για την αφαίρεσή του από το φυσικό περιβάλλον.

Βεβαίως όλα τα παραπάνω, δεν μπορούν να υλοποιηθούν αν δεν υπάρχει ένα πλήρες, ολοκληρωμένο και αποτελεσματικό σύστημα φύλαξης που εστιάζεται στις εξής παραμέτρους: Φύλαξη – καθορισμός συγκεκριμένων εισόδων/εξόδων στην «ελεγχόμενη περιοχή άσκησης κυνηγίου»- Περίφραξη (με τεχνητά ή φυσικά εμπόδια. Μέτρα ασφάλειας Κυνηγίου – Φωτιάς – Ιατρείο πρώτων βοηθειών. Μέτρα Περιορισμού της όχλησης. Τεχνικές Υποδομές, επιστημονική υποστήριξη και κατάλληλες εγκαταστάσεις. Όλα τα κυνηγετικά όπλα, «ονοματοποιημένα και καταγεγραμμένα» ανά ιδιοκτήτη, στο τέλος της κυνηγετικής περιόδου, σφραγίζονται και φυλάσσονται σε ειδικούς χώρους φύλαξης (τοπικά αστυνομικά τμήματα, χώροι φύλαξης στις εγκαταστάσεις της «ελεγχόμενης περιοχής άσκησης κυνηγίου», ή ειδικοί χώροι σε τοπικές στρατιωτικές μονάδες).