Στη μια, γράφει η σκουπίτσα

Γεια σου φιλενάδα,

Μόλις τέλειωσα μια στοίβα από τις «γνωστές» και, πριν πιάσω την επόμενη, είπα να σού γράψω δυο λογάκια, μιας και μας πετάξανε τόσο μακριά τη μια απ’ την άλλη (τι λέει η Κάρπαθος; Θα βγει ο χειμώνας ή θα γυρίσεις πίσω ως μετανοούσα Βασιλική; ).

Χτες το βράδυ κατεβήκαμε για μια βόλτα στην αγαπημένη σου πόλη. Είχε δροσιά, ήταν άδεια και ήταν πολύ όμορφη. Μου θύμισε τη Θεσσαλονίκη μετά το σεισμό του 78. Πόσο έρημη ήταν. Μόνο οι σκηνίτες στα πάρκα, απαλλαγμένοι από τα περιττά να το γλεντούν κάθε βράδυ.

Ο ψυχισμός των ανθρώπων πρέπει να ήταν πολύ καλύτερος τότε. Θυμάμαι μια φοβερή αλληλεγγύη. Κοινοκτημοσύνη παντού (μέχρι και σε ζευγάρια πέρασε αυτό, η άμεση επαφή των πολλών μεταξύ τους, βλέπεις). Έβγαινες στον άδειο δρόμο και όταν άκουγες να έρχεται αυτοκίνητο, άπλωνες το χέρι κι έκανες ωτοστόπ. Δεν υπήρχε περίπτωση να μη σταματήσει ο οδηγός κι αν χρειαζόταν, άλλαζε και πορεία. Όλοι είχαν γίνει πολύ κοινωνικοί, ξόρκιζαν το κακό ανταλλάσσοντας τις εμπειρίες τους από τα 20 φοβερότερα δευτερόλεπτα της ζωής τους. Καμιά διάρρηξη στα άδεια σπίτια, μόνο τα εγκαταλειμμένα κατοικίδια ζορίζονταν γιατί είχε λείψει και το φαΐ. Δε λειτουργούσαν ταβέρνες ή σινεμά, στην πόλη είχαν μείνει μόνο όσοι ήταν υποχρεωμένοι, οι περισσότεροι βολεύονταν σε εξοχικά, δικά τους, συγγενών ή φίλων.

Ο σεισμός με βρήκε να περπατώ αμέριμνη στην παραλία. Είχαμε πάει από το πρωί με τον Άλκη και τη Λίζα στο σπίτι του Μπάμπη, ένα ρετιρέ στη Μπότσαρη, να διαβάσουμε παρέα, γιατί την άλλη μέρα δίναμε προφορικά στον Ε. Κάναμε ερωτήσεις ο ένας στον άλλον, επί ώρες. Κάποια στιγμή εγώ κι ο Άλκης βαρεθήκαμε κι αποφασίσαμε να φύγουμε για τα σπίτια μας, ακολούθησε κι η Λίζα που ήταν ερωτευμένη μαζί του, νομίζω ότι τα φτιάξανε την ώρα του σεισμού. Ο Μπάμπης σπασίκλας, έμεινε πίσω να διαβάσει κι άλλο, η σκάλα ανάμεσα στο ρετιρέ και στο πέμπτο γκρεμίστηκε κι ο Μπάμπης έμεινε εγκλωβισμένος στο ετοιμόρροπο διαμέρισμα δυο μέρες. Δεν πρέπει να τον πείραξε πολύ όμως. Σήμερα είναι τακτικός καθηγητής, ενώ η Λίζα μόνο επίκουρη.

Εγώ άρχισα να τρέχω για το σπίτι του Πέτρου, ήταν παλιό, προπολεμικό και κάποιοι φίλοι, φοιτητές Πολυτεχνείου τότε, του είχαν πει ότι έτσι και κουνήσει δυνατά, ο πρώτος όροφος θα αποκολληθεί από το ισόγειο και θα προσγειωθεί στην αυλή. Προσπερνούσα αδιάφορη στον πανικό των άλλων, σίγουρη πως θα τον βρω θαμμένο στα ερείπια. Με τον Πέτρο ήμασταν γείτονες και όχι μόνο. Μαζί μεγαλώσαμε και κάποια στιγμή από φίλοι γίναμε ζευγάρι. Οι γονείς μας δεν το είχαν πάρει είδηση, είχαν μάθει να μας βλέπουν σαν δυο αδελφάκια. Το προηγούμενο μεσημέρι είχε κάνει ένα πολύ δυνατό προσεισμό, πάνω από πέντε ρίχτερ. Ήμασταν μόνοι στο σπίτι του, οι γονείς του είχαν πάει στο εξοχικό τους στη Νέα Ηράκλεια, να το καθαρίσουν. Ήταν απ΄ τις σπάνιες φορές που βρισκόμασταν σ΄ ένα σπίτι μόνοι μας, λεφτά για γκαρσονιέρες και ξενοδοχεία δεν περίσσευαν, και του δώσαμε να καταλάβει. Δεν αντιλήφθηκα γιατί κουνούσε, το απέδωσα στην ορμή του Πέτρου, μόνο κάπου στο βάθος του μυαλού μου αναρωτήθηκα γιατί αλυχτούσαν τα σκυλιά. Αυτό αργότερα μαθεύτηκε στην παρέα κι έτσι μάς βγήκε το σύνθημα «σεισμός, σεισμός ο Πέτρος ο θεός».

Τέλος πάντων, το σπίτι του Πέτρου ήταν μια χαρά στη θέση του, το δικό μας ήταν ρημαδιό, αλλά έτσι όπως αγκαλιαστήκαμε ανακουφισμένοι στη μέση του δρόμου, οι γονείς, που’ χανε φυσικά βγει έξω και μας είδανε, μάς καταλάβανε. Η μαμά μου κι ο μπαμπάς του εγκρίνανε αμέσως, η μαμά του κι ο μπαμπάς μου έγιναν αυτοστιγμεί πρότυπα κακού πεθερικού. Την άλλη μέρα το πρωί εμείς πήγαμε στο εξοχικό της θειας μου και ο Πέτρος με τους γονείς του στο δικό τους. Ξαναβρεθήκαμε γείτονες στη Νέα Ηράκλεια.

Σ΄ αυτά τα μέρη ο πληθυσμός είχε υπερδεκαπλασιαστεί εκείνο το καλοκαίρι, μέχρι και τα κοτέτσια τους νοικιάζανε στους Θεσσαλονικείς, ήταν και παραθαλάσσια και το νερό δεν έφτανε και κοβόταν για μέρες. Ο Πέτρος στην αυλή του σπιτιού του φιλοξενούσε κάτι συμφοιτητές του, σε σκηνές. Η όμορφη συνονόματή σου η Βασιλική, με το φίλο της που, κατά τους ισχυρισμούς της, τής το έκανε πέντε φορές συνέχεια κάθε βράδυ – απ΄ τις άλλες σκηνές επιβεβαίωναν την ολονυκτία, τις φορές όμως δεν τις μετρούσαν – επειδή δεν άντεχε να μείνει άπλυτη απ΄ τ΄ αλάτια της θάλασσας, αγόραζε με τα κιλά τα γαλακτώματα απ΄ τα μπακάλικα κι επί ώρες καλλωπιζόταν, μόνο που στην πλατούλα και σε άλλα δύσκολα σημεία ζητούσε τη βοήθεια των παρευρισκόμενων αρσενικών (ο φίλος της δούλευε στη Θεσσαλονίκη και κάθε πρωί έφευγε). Η Βασιλική φορούσε μπικίνια με κορδονάκια, έτοιμα να λυθούν, και το θεωρούσε πολύ φυσικό να τούς βάζει να την πασπατεύουν, αλλά μέχρι να πειστεί ότι της έφυγε το αλάτι και ως εκεί, όχι περισσότερο, τους είχε φέρει όλους σε κατάσταση ντελίριου.

Η πεθερά μου τη συμπαθούσε πολύ, ήλπιζε ότι μ’ αυτήν θα ξεκολλούσε ο κανακάρης της από μένα, αλλά η Βασιλική ήταν πολύ χορτάτη και δεμένη με τον καλό της κι ας ήταν αυτή μεγαλοαστή από κούνια κι εκείνος βιοπαλαιστής. Μόλις πήρε το πτυχίο της τον παντρεύτηκε και μαζί ξενιτεύτηκαν στον Καναδά. Μ΄ είχε εντυπωσιάσει και τη θυμάμαι γιατί πρώτη φορά είχα συναντήσει θηλυκό τόσο ανεπιτήδευτα σίγουρο για τον εαυτό του. Αλλά νομίζω έτσι ήταν οι γιατρίνες. Πολύ άμεσες και χωρίς ντροπή με το άλλο φύλο, καμιά σχέση με μας τις θεωρητικές. Ίσως να έφταιγε το μάθημα της ανατομίας, άσε που πετσόκοβαν τα βατράχια χωρίς ενδοιασμούς. Του Πέτρου μου η Βασιλική τού άφησε ένα μικρό απωθημένο, ε μετά από λίγα χρόνια, όταν τέλειωσε το φανταρικό και το αγροτικό κι άρχισε ειδικότητα (και εφημερίες), ρεφάρισε και με τις Βασιλικές και με πολλά άλλα ονόματα.

Όταν μετατέθηκα στο Βόλο, η σπιτονοικοκυρά μου μού έδειξε τη γάτα της την Κικίτσα. Βασιλική τη φωνάζαμε στην αρχή, μού είπε, αλλά παρεξηγήθηκε η κουνιάδα μου και το αλλάξαμε. Σου στέλνω τη φωτογραφία της (της Κικίτσας ). Σε φιλώ.