grammos3

Ανήκω στη γενιά των κομμουνιστών που πλήρωσαν το λογαριασμό χωρίς ποτέ να τον ελέγξουν.

(Τάκης Λαζαρίδης)

Θα ήθελα να παρουσιάσω στους φίλους που ενδιαφέρονται για το θέμα μια ιδιαίτερη άποψη. Πρόκειται για εκείνη του Τάκη Λαζαρίδη, όπως περιέχεται στο βιβλίο του ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι. Θα το βρείτε ολόκληρο στο διαδίκτυο, εδώ: http://www.scribd.com/doc/11837318/-

(Α’ Εκδ. Πελασγός, 2003. Στο διαδίκτυο υπάρχει η Δ’ έκδοση)

Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι στο ποστ δεν παρεμβάλω δικές μου απόψεις, επιφυλασσόμενος για τα σχόλια. Έχω την ευθύνη για τους τίτλους που χωρίζουν το κείμενο, αλλά όλα τα υπόλοιπα είναι του Τ. Λαζαρίδη.

Κατά λάθος ή εφαρμόζοντας πιστά μια πολιτική που υπαγόρευαν άλλοι;

(…) Αργότερα, στην κατοχή, το 1944, το ΚΚΕ είναι πανίσχυρο. Ελέγχει και καθοδηγεί την Εθνική Αντίσταση, κυριαρχεί σ’ ολόκληρη τη χώρα, ουσιαστικά έχει στα χέρια του την εξουσία. Κι όμως οι ηγέτες του, εντελώς ανεξήγητα, υπογράφουν τις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας με τις οποίες ουσιαστικά υπογράφουν την καταδίκη τους, παραχωρούν την εξουσία στους αντιπάλους. Γιατί; Τόσο ανίκανοι και ηλίθιοι ήσαν; Και ξαφνικά, το Δεκέμβρη, κάνουν στροφή 180 μοιρών. Σε μια κρίσιμη φάση του Β’ παγκοσμίου πολέμου κι ενώ η γερμανική αντεπίθεση στις Αρδέννες απειλούσε ολόκληρο το συμμαχικό μέτωπο, οι ηγέτες του Κ.Κ. κάνουν το μεγάλο βήμα: Αποφασίζουν την ένοπλη σύγκρουση, αποφασίζουν να αναμετρηθούν με την Βρετανική Αυτοκρατορία. Και πάλι ένα πελώριο «Γιατί» αιωρείται αναπάντητο.

Και ακολουθούν η Βάρκιζα, ο Εμφύλιος, και τα «Γιατί» συνεχίζουν την ατέλειωτη παρέλαση, χωρίς ποτέ να δίνεται μία λογική, μία πειστική εξήγηση.

Κατά κανόνα, όσοι αναφέρονται στα αλλεπάλληλα και τραγικά λάθη της δεκαετίας ’40-’50 τα αποδίδουν στον δογματισμό, στην πολιτική ανωριμότητα και στην ανικανότητα των ηγετών του ΚΚΕ.

(…) η αλήθεια είναι πως παρά το μικρό πολιτικό και πνευματικό τους ανάστημα, δεν ήταν ούτε τόσο ανίκανοι ούτε τόσο ηλίθιοι. Απλώς, δεν ξεχνούσαν ποτέ πως ήταν διορισμένοι από την Κομμουνιστική Διεθνή, πως το ΚΚΕ ήταν οργανικό τμήμα της ΚΔ και είχαν συνεπώς την υποχρέωση να εφαρμόζουν πιστά τις αποφάσεις και τις εντολές της. Τις αποφάσεις και τις εντολές, σε τελευταία ανάλυση, των σοβιετικών ηγετών.

(…) Για την απόλυτη εξάρτηση και υποταγή των εκάστοτε ηγετών του ΚΚΕ στις εντολές και τις οδηγίες της Μόσχας μιλούν κατ’ αρχήν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές. Ιδιαίτερα οι Ιωαννίδης, Γούσιας, Βλαντάς είναι σαφείς και αποκαλυπτικοί. Αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς τα κείμενά τους, έστω και επιτροχάδην, για να καταλάβει ολόκληρη την αλήθεια.

Μιλούν επίσης με σαφήνεια τα κομματικά ντοκουμέντα και οι αποφάσεις που κατά καιρούς δημοσιεύτηκαν στον κομματικό τύπο και σε άλλα έντυπα της Αριστεράς. Οι εκάστοτε ηγέτες του ΚΚΕ όχι μόνο δεν έκρυβαν αλλά, τουναντίον, υπογράμμιζαν με κάθε ευκαιρία την άμεση εξάρτησή τους από τη Μόσχα.

(…) Αναφερόμενος στο θέμα αυτό ο Μ. Θεοδωράκης στο «Χρέος» του, σελ. 179, σημειώνει:

«Να ποιο υπήρξε το “Σχολειό” μας, εμάς των Ελλήνων Επαναστατών. Καθημερινή μας τροφή η πίκρα. Όμως απ’ όλα τα συναισθήματα νομίζω ότι δεν υπάρχει χειρότερο από εκείνο που γεννάει μέσα μας το λάθος. Χάσαμε την εξουσία γιατί κάναμε λάθος. Όμως τα λάθη δεν σταματούν. Το κίνημα της Ελληνικής Αριστεράς, θα βαδίσει επί 25 χρόνια ακόμη (1945-1967) έχοντας σαν κύριο γνώρισμά του αυτό τον καταπληκτικό συνδυασμό ζωτικότητας και δύναμης από την μία πλευρά και των λαθών από την άλλη. Είναι όμως ποτέ δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο; Στο κάτω-κάτω οι κινήσεις αυτών των μαζών και στελεχών δεν ήταν αυθόρμητες. Υπάκουγαν σε κάποια δύναμη που διαρκώς σχεδίαζε και καθοδηγούσε, δηλαδή στην ηγεσία. Επομένως θα ήταν πιο σωστό αν λέγαμε ότι οι ίδιοι άνθρωποι -οι ηγέτες- γνώριζαν και μπορούσαν να οδηγούν σωστά το λαϊκό μας κίνημα, μέχρι που σε μία ορισμένη ιστορική στιγμή έπεφταν “λάθος”, όχι στο μικρό, στο αναπόφευκτο και που ξεπερνιέται εύκολα αλλά στο μεγάλο, το απροσδιόριστο, με τις βαρύτατες συνέπειες.

Τι συμβαίνει άραγε; Μοιραίες υποκειμενικές αδυναμίες; Ή κάτι βαθύτερο; Νομίζω ότι όταν το ίδιο φαινόμενο επαναλαμβάνεται με ακρίβεια επί τόσες δεκαετίες, αυτό σημαίνει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε κάποιον ιδιαίτερο νόμο, που κρυμμένος κάπου εκεί κάτω από την πολιτική του κόμματος, προκαλεί κάθε τόσο αυτές τις τραγικές για το κίνημα και το λαό μας κρίσεις…».

Υπάρχει πραγματικά αυτός ο νόμος; Ναι, υπάρχει, και δεν είναι καθόλου «κρυμμένος». Τον προσδιορίζει με σαφήνεια ο ίδιος ο Ζαχαριάδης. Στην 7η Ολομέλεια, το 1950, δηλώνει απερίφραστα: «Για μας, οι αποφάσεις και υποδείξεις του Μπολσεβίκικου Κομμουνιστικού Κόμματος είναι νόμος».

Αυτός ακριβώς ο νόμος είναι που βρίσκεται κρυμμένος πίσω από τα μεγάλα «λάθη». Πίσω από το Λίβανο και την Καζέρτα, πίσω από το Δεκέμβρη, τη Βάρκιζα και τον Εμφύλιο.

Οι συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας

(…) Με τη συμφωνία του Λιβάνου, τον Μάη του ’44, αποδέχεται το σχηματισμό κυβέρνησης «Εθνικής Ενότητας» υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου· παραχωρεί ουσιαστικά την εξουσία στην κυβέρνηση του Καΐρου. Ακριβέστερα στους Άγγλους, δεδομένου ότι η κυβέρνηση του Καΐρου ήταν διορισμένη από τους Άγγλους. Και με τη συμφωνία της Καζέρτας, τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, δέχεται να μπει ο ΕΛΑΣ υπό τις διαταγές του Άγγλου «Στρατηγού Διοικούντος τας εν Ελλάδι Δυνάμεις», ρίχνει δηλαδή τον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό στα χέρια των Άγγλων…

Γιατί υπέγραψαν οι Σιάντος – Ιωαννίδης τις συμφωνίες αυτές; Τι τους υποχρέωνε;

Πολλοί μίλησαν για ανικανότητα και έλλειψη πολιτικής πείρας των ηγετών του ΚΚΕ. Άλλοι, αργότερα, μίλησαν ακόμα και για προδοσία. Όπως αποδεικνύεται, η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Οι Σιάντος – Ιωαννίδης έφτασαν στο Λίβανο και στην Καζέρτα γιατί εκεί οδηγούσαν λογικά οι αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της Κ.Δ. και γιατί αυτές ήταν οι σαφείς εντολές των σοβιετικών.

Όπως προκύπτει από διάφορα στοιχεία, με την έναρξη της κατοχής (ίσως και νωρίτερα) και για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, η επαφή με την ΚΔ είχε χαθεί. Το θέμα προβλημάτιζε σοβαρά τους ηγέτες του ΚΚΕ που, μέσ’ στην ευθυνοφοβία τους, ένιωθαν έντονη την ανάγκη συγκεκριμένων οδηγιών και κατευθύνσεων από το κέντρο.

(…) Αν η πρώτη έμμεση επαφή με τη Μόσχα πραγματοποιείται τον Φεβρουάριο του 1944, άμεση και συνεχής επαφή αποκαθίσταται τον Ιούλιο του 1944 με την άφιξη στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας της σοβιετικής στρατιωτικής αποστολής. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως ως τότε οι ηγέτες του ΚΚΕ ήταν μόνοι και αβοήθητοι στη δράση τους και πως έπαιρναν «στα τυφλά» τις αποφάσεις τους. Υπήρχαν, κατ’ αρχήν, οι καθημερινές εκπομπές του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας. Και, ως σταθερός «οδηγός δράσης», υπήρχαν οι αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της Κ.Δ. που συνήλθε στη Μόσχα τον Ιούλιο του 1935.

(…) Με τις αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της Κ.Δ., ο Στάλιν έβαζε στα ΚΚ αυτό ακριβώς το καθήκον: Να αγωνιστούν για την «ενότητα όλων των αντιφασιστικών δυνάμεων» και την πολιτική έκφρασή της, το «Λαϊκό Μέτωπο».

Με την έναρξη της γερμανικής εισβολής και σ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής, στο καθήκον αυτό προσπάθησε επιμελώς να ανταποκριθεί το ΚΚΕ. Αποτέλεσμα η ίδρυση του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ και των άλλων «ενιαιομετωπικών» οργανώσεων. Ταυτόχρονα, όμως, το ΚΚΕ είχε και ένα άλλο θεμελιώδες καθήκον: Να προετοιμάσει τους όρους για την, σε εύθετο χρόνο, κατάληψη της εξουσίας. Η κατάληψη της εξουσίας ήταν όρος απαράβατος για τον «θρίαμβο του σοσιαλισμού» και στην πατρίδα μας, που αποτελεί άλλωστε και τον λόγο ύπαρξης του ΚΚΕ.

Τα δύο καθήκοντα αλληλοσυγκρούονταν. Από τη μία έπρεπε να επιτευχθεί η ευρύτερη δυνατή ενότητα όλων των αντιφασιστικών και δημοκρατικών δυνάμεων, ολόκληρου του Λαού. Και από την άλλη να εξουδετερωθούν και να συντριβούν όλες εκείνες οι δυνάμεις που θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν εμπόδιο στην πορεία του ΚΚΕ προς την εξουσία.

Η αντιφατικότητα των καθηκόντων εξηγεί και την αντιφατικότητα της πολιτικής: Επίμονες προσπάθειες για συνεργασία και ενότητα και ταυτόχρονα πόλεμος κατά του ΕΔΕΣ, εξόντωση του Ψαρρού και της ομάδος του, διαβολή και συντριβή όλων των εθνικιστικών αντιστασιακών οργανώσεων, μονοπώληση με κάθε τρόπο της Εθνικής Αντίστασης.

Παραβιάζει «ανοικτάς θύρας» όποιος προσπαθεί σήμερα να αποδείξει ότι ο Λίβανος και η Καζέρτα υπήρξαν αποτέλεσμα σοβιετικών εντολών και υποδείξεων. Τα υπάρχοντα ιστορικά στοιχεία και οι προσωπικές μαρτυρίες των πρωταγωνιστών δεν επιτρέπουν καμιά αμφιβολία. Διακεκριμένοι ιστορικοί της Αριστεράς, αγωνιστές οι ίδιοι της Εθνικής Αντίστασης, αναγνωρίζουν «ευθαρσώς» την ιστορική αλήθεια.

(σημ. καλύβας: όποιος ενδιαφέρεται για την τεκμηρίωση, ας ανατρέξει στο βιβλίο)

(…) Την απάντηση δίνουν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές. Οι Π. Ρούσος και Γ. Ιωαννίδης. Ο πρώτος, μετά τη Διάσκεψη του Λιβάνου ήρθε σε επαφή με τη σοβιετική πρεσβεία στα Κάιρο. Στην έκθεσή του προς το ΠΓ γράφει:

«Σε προσωπική επαφή με τον πρεσβευτή της ΕΣΣΔ δεν κατορθώσαμε να ‘ρθούμε. Ζητήσαμε αν είναι δυνατό να έχουμε την άποψη της Σοβιετικής Κυβέρνησης πάνω στα ελληνικά ζητήματα από τον πρώτο σύμβουλο της πρεσβείας. Μετά 10 περίπου μέρες, δηλαδή ένα μήνα μετά τη λήξη της Διάσκεψης του Λιβάνου και μια βδομάδα μετά την αναχώρηση του Μιλτιάδη, ο σύμβουλος με κάλεσε και μου έκανε την ακόλουθη ανακοίνωση:

Η Σοβιετική Κυβέρνηση δεν απάντησε επί του θέματος. Ο πρεσβευτής όμως σας διαβιβάζει την ακόλουθη προσωπική του γνώμη. α) Η συμφωνία του Λιβάνου ανταποκρίνεται προς τη σημερινή κατάσταση των πραγμάτων. β) Η στάση της αντιπροσωπείας σας είναι η σωστή. γ) Πρέπει να μπείτε στην Κυβέρνηση και δ) Να φροντίσετε να γίνει γνωστή η γνώμη αυτή στα βουνά…».

Αυτή ήταν η θέση της Σοβιετικής Κυβέρνησης, έστω κι αν διαβιβάζεται ως «προσωπική γνώμη» του πρεσβευτή. Ως εάν είναι δυνατόν να υπάρχει προσωπική γνώμη σε τέτοια κρίσιμα θέματα… Και αυτή ήταν η πρώτη ψυχρολουσία για τους ηγέτες του ΚΚΕ. Όμως το καίριο πλήγμα ήρθε απ’ αλλού: Από τη σοβιετική στρατιωτική αποστολή που έφθασε στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας στα τέλη Ιουλίου 1944. Και η οποία ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από στρατιωτική. Ήταν, όπως αποδεικνύεται, καθαρά κομματική αποστολή, επιφορτισμένη από τον Στάλιν να «καθοδηγεί» το ΚΚΕ και να ελέγχει «επί τόπου» την εφαρμογή των εντολών και των οδηγιών του.

(…) Όπως προκύπτει από τα λεγόμενα του ίδιου του Ιωαννίδη, καμιά συζήτηση για θέματα στρατιωτικού ενδιαφέροντος δεν έγινε με την υποτιθέμενη αυτή στρατιωτική αποστολή. Οι συζητήσεις αφορούσαν καθαρώς πολιτικά θέματα. Ο Ιωαννίδης στο σημείο αυτό είναι αποκαλυπτικός και ειλικρινής. Η συμφωνία του Λιβάνου, όπως ήταν επόμενο, αποτέλεσε το κύριο θέμα των συζητήσεων. Λέει ο Ιωαννίδης:

…Πριν ακόμα βάλω εγώ το ζήτημα για τον Ζαχαριάδη, μας θέσαν αυτοί το ζήτημα γιατί ανακαλέσαμε τους αντιπροσώπους μας από τον Λίβανο.

… Τότε ο Τσερνίτσεφ, όχι ο Ποπώφ που ήταν στρατιωτικός αλλά ο Τσερνίτσεφ, που είχε το ψευδώνυμο Νικολάου και παλιότερα δούλευε στη Σοβιετική πρεσβεία της Αθήνας, μου λέει: «Και τι έχετε υπόψη σας, να πολεμήσετε ενάντια στους Εγγλέζους;»

Του λέω ότι αν παρουσιαστεί ανάγκη φυσικά θα πολεμήσουμε και με τους Εγγλέζους.

Μου κάνει ένα μορφασμό πολύ χαρακτηριστικό. Τι εσήμαινε αυτό; Αποδοκιμασία της απάντησής μου. Εγώ εκείνη τη στιγμή τα έχασα. Είδα ότι αποδοκιμάζομαι. Ο Τσερνίτσεφ δεν μπορεί να σου πει κάνε αυτό ή εκείνο. Σε καμιά περίπτωση. Αλλά ο μορφασμός του έλεγε καθαρά: Τι μου λες τώρα εσύ; Στραπάτσο. Και ήταν παραμονές της συνεδρίασης της Κεντρικής Επιτροπής. Άντε τώρα να βρεις άκρη…

… Αυτός ο μορφασμός εμένα με έκανε άνω-κάτω. Και αυτό κατά κύριο λόγο μας εξανάγκασε να αποφασίσουμε να δεχτούμε τη συμφωνία του Λιβάνου και να στείλουμε τους υπουργούς μας στην Κυβέρνηση… (Σελ. 250-251).

Ένας μορφασμός, λοιπόν, στάθηκε ικανός να οδηγήσει το μεγαλειώδες κίνημα της Εθνικής Αντίστασης στη συνθηκολόγηση και στην ήττα! (…)

Γιατί έγινε ο Δεκέμβρης;

Υπάρχουν δυο επίσημες εκδοχές. Η μία της Δεξιάς, που υποστηρίζει ότι ο Δεκέμβρης ήταν ένας ακόμη αιματηρός γύρος. Μία αποτυχημένη απόπειρα του ΚΚΕ να καταλάβει την εξουσία με τη δύναμη των όπλων, κατά παράβαση των συμφωνιών του Λιβάνου και της Καζέρτας. Και η άλλη της Αριστεράς, που υποστηρίζει ότι ο Δεκέμβρης ήταν η «κορωνίδα», το «διαμάντι» της Αντίστασης. Η περήφανη απάντηση του λαού στην ωμή Βρετανική επέμβαση, στην προσπάθεια του βρετανικού ιμπεριαλισμού να αλυσοδέσει τη χώρα μας. Και οι δύο εκδοχές «απέχουν παρασάγγες» από την πραγματικότητα. Αυτό τουλάχιστον λένε τα υπάρχοντα ιστορικά στοιχεία και η κοινή λογική. Ας δούμε, όμως, τα γεγονότα.

Το κρίσιμο, το σταυρικό σημείο όπου συνέκλιναν και συναιρούνταν οι εκρηκτικές αντιθέσεις της στιγμής, ήταν ο αφοπλισμός των ανταρτικών δυνάμεων. Ο αφοπλισμός, ουσιαστικά, του ΕΛΑΣ και η δημιουργία τακτικού Εθνικού Στρατού, όπως όριζε και η συμφωνία του Λιβάνου.

Η Αριστερά αντιδρούσε. Και ήταν φυσικό να αντιδρά. Ήξερε πολύ καλά πόσο πιο αποτελεσματική είναι η «κριτική των όπλων» από «το όπλο της κριτικής»… Καταλάβαινε πως με την παράδοση των όπλων έχανε κάθε δυνατότητα να βάζει τη σφραγίδα της στις μελλοντικές εξελίξεις. Η εξουσία γινόταν πια όραμα μακρινό και απλησίαστο ή, μάλλον, χανότανε οριστικά «στα βάθη του ορίζοντα». Ωστόσο δεν υπήρχαν πια περιθώρια. Οι μεγάλες αποφάσεις έπρεπε να παρθούν. Ο Γ. Παπανδρέου επέμενε στον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, δεν δεχότανε όμως την ταυτόχρονη διάλυση του Ιερού Λόχου και της Ορεινής Ταξιαρχίας, που επίμονα ζητούσε η Αριστερά.

Έπειτα από πολύμοχθες διαπραγματεύσεις, οι Εαμικοί υπουργοί πρότειναν με τον Ζεύγο ένα συμβιβαστικό σχέδιο: Να διατηρηθούν η Ορεινή Ταξιαρχία, ο Ιερός Λόχος και ένα τμήμα του ΕΔΕΣ και μία μονάδα του ΕΛΑΣ ίση σε αριθμό και δύναμη πυρός με το άθροισμα και των τριών αυτών σωμάτων. Στα «ΕΠΙΣΗΜΑ ΚΕΙΜΕΝΑ του ΚΚΕ», τόμ. Ε’, σελ. 476, αναγράφεται συγκεκριμένα: Σε μία φάση των συνεχιζόμενων πάντοτε διαπραγματεύσεων, η Εαμική παράταξη με τους Υπουργούς Ζεύγο, Σβώλο και Πορφυρογένη, υπέβαλε ένα σχέδιο που στην παράγραφο 2 λέγει:

«Θα καταρτισθή τμήμα Εθνικού Στρατού ίνα συνεχίση συμβολικώς την συμμετοχήν εις τον κοινόν συμμαχικό αγώνα και λάβη επίσης μέρος, αν απαιτηθεί, εις τας περιοχάς Κρήτης και Δωδεκανήσου. Εις το τμήμα τούτο του Εθνικού Στρατού το οποίον θα συμβολίζη επίσης την εθνικήν ενότητα, θα μετάσχουν η υφισταμένη Ορεινή Ταξιαρχία, ο Ιερός Λόχος και τμήμα του ΕΔΕΣ, καθώς και μία Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ έχουσα δύναμιν ίσην προς το άθροισμα των ως άνω δυνάμεων και με ίσον εξοπλισμόν».

Ο Παπανδρέου συμφώνησε αμέσως και κάλεσε μάλιστα για την επομένη το υπουργικό συμβούλιο προκειμένου να υπογραφεί η συμφωνία.

Και ενώ όλα έδειχναν πως η κρίση εκτονώνεται, σημειώνεται δραματική υποτροπή. Ο Ζεύγος, αφού πρώτα παρεκάλεσε να ματαιωθεί η σύγκληση του υπουργικού συμβουλίου, παρουσιάζεται στον Γ. Παπανδρέου και ανακαλώντας την πρόταση που ο ίδιος είχε κάνει, θέτει νέους όρους, αξιώνοντας ειδικότερα τον ταυτόχρονο αφοπλισμό όλων ανεξαιρέτως των ενόπλων σωμάτων.

Πλήρης υπαναχώρηση, δηλαδή. Και το ότι επρόκειτο για πλήρη υπαναχώρηση δεν είναι δική μου αυθαίρετη διαπίστωση. Το πιστοποιούν διάφορες και από διαφορετικές πλευρές μαρτυρίες.

(σημ. καλύβας: αναφέρονται οι μαρτυρίες Παπανδρέου, Κανελλόπουλου, Σβώλου, Παρασκευόπουλου, Ιωαννίδη, Ζεύγου κλπ)

(…)

Ποιος όμως συγκεκριμένα και πότε πήρε απόφαση για το «κίνημα»;

Όποιος προσπαθεί να βρει απάντηση στο ερώτημα αυτό μένει εμβρόντητος. Το ΚΚΕ προχώρησε στο Δεκέμβρη και στη σύγκρουση με τους Άγγλους, σε μία κρίσιμη δηλαδή πράξη για τη μοίρα της πατρίδας μας, αλλά ίσως και για την ίδια τη συμμαχική ενότητα, χωρίς να υπάρχει καμιά σχετική απόφαση είτε από το Πολιτικό Γραφείο είτε από την Κεντρική Επιτροπή!

Ο Σάββας Αργυρόπουλος, μέλος της Επιτροπής Πόλης της Αθήνας εκείνη την περίοδο, γράφει σχετικά:

«Τα Δεκεμβριανά δεν άρχισαν με απόφαση κανενός οργάνου, τέτοια απόφαση τουλάχιστον δεν ανακοινώθηκε, ούτε δημοσιεύθηκε. Κανένα σώμα του κόμματος δεν πήρε τέτοια απόφαση. Ούτε και αυτή ακόμα η Επιτροπή Πόλης της Αθήνας, της οποίας ήμουνα μέλος, δεν συζήτησε ούτε μελέτησε την περίπτωση της ένοπλης σύγκρουσης μα ούτε και είχε κανένα τέτοιο σχέδιο. Η οργάνωση της Αθήνας από καιρό δούλευε με εντολές. Δεν γινόταν πια συζήτηση. Όπως πολύ χαρακτηριστικά μας το είχε πει ο Φάνης σε μία σύσκεψη των γραμματέων της Αθήνας, “Σύντροφοι, πρέπει να ξέρετε, το κόμμα από τώρα και πέρα θα δουλεύει με εντολές»… (Σ. Αργυρόπουλος: «Προσφυγιά – Αντάρτικο – Εξορία», σελ. 157-158).

Ο Βασίλης Μπαρτζώτας, Γραμματέας της ΚΟ Αθήνας εκείνη την εποχή, στο βιβλίο του «Εθνική Αντίσταση και Δεκέμβρης 44», σελ. 355, γράφει:

«Το απόγευμα προς το βράδυ της 3ης Δεκεμβρίου 1944 ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή και έμπαινε σε μας το δίλημμα: Ή τώρα ή ποτέ. Μπορούσαμε και μόνο με τις δυνάμεις του Α’ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ Αθήνας να κάνουμε γενική έφοδο και να νικήσουμε.

Αποφασίσαμε να πάμε εγώ με τη Χρύσα Χατζηβασιλείου στο συνοικισμό Φιλαδέλφειας όπου βρισκόταν η ΚΕ του ΕΛΑΣ κι εκεί να βάλουμε και να υπερασπίσουμε την πρότασή μας. Ο Γ. Σιάντος μας άκουσε σαν να μην είμαστε μέλη του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ αλλά τίποτα περαστικοί. Είπε ότι θα συνεννοηθεί με τους στρατηγούς Μάντακα και Χατζημιχάλη και εκεί που περιμέναμε την απάντηση, τον βλέπουμε να φεύγει στο αυτοκίνητο μαζί με τους δύο στρατηγούς προς την Αττική, λέγοντας σε μας να περιμένουμε διαταγή της ΚΕ του ΕΛΑΣ… Αλληλοκοιταχτήκαμε με την Χρύσα Χατζηβασιλείου και δεν ξέραμε πως να χαρακτηρίσουμε τη στάση αυτή του Γ. Σιάντου…».

Από την παραπάνω αποκαλυπτική περικοπή του Μπαρτζώτα, που εξακολουθεί σήμερα να είναι ο επίσημος και έγκυρος ιστορικός του ΚΚΕ, προκύπτουν ένα συμπέρασμα και ένα ερώτημα. Το συμπέρασμα είναι ότι ο Δεκέμβρης αποφασίστηκε και διεξήχθη ερήμην του ΠΓ που υποτίθεται ότι είναι το ανώτατο ηγετικό όργανο του ΚΚΕ. Αφού δύο επίλεκτα μέλη του -το ένα μάλιστα απ’ τα οποία, ο Μπαρτζώτας, ήταν γραμματέας της ΚΟΑ, επικεφαλής δηλαδή των κομματικών δυνάμεων της Αθήνας, της πόλης που επρόκειτο να σηκώσει όλο το βάρος του Δεκέμβρη- όχι μόνο δεν μπορούν να διατυπώσουν τις απόψεις τους, αλλ’ αντιμετωπίζονται από τον Σιάντο σαν περαστικοί…

Και το ερώτημα: Που στηριζόταν ο Σιάντος; Ποιος του έδινε το δικαίωμα να αγνοεί τόσο επιδεικτικά τα μέλη του ΠΓ;

Κύριο γνώρισμα, βέβαια, των εκάστοτε ηγετών του ΚΚΕ είναι η αυθαιρεσία και η αυταρχικότητα. Όμως σε κρίσιμες στιγμές, όταν πρόκειται να ληφθούν κρίσιμες αποφάσεις, συγκαλείται, έστω και για τους τύπους, η ΚΕ η έστω, το ΠΓ. Αυτό έγινε π.χ. προκειμένου να εγκριθούν οι συμφωνίες του Λιβάνου, τον Ιούλιο του 1944. Στη συνεδρίαση της ΚΕ κλήθηκαν να πάρουν μέρος όχι μόνο τα μέλη της ΚΕ που ήταν στο βουνό αλλά και στην Αθήνα καθώς και στο Μακεδονικό Γραφείο. Αντίθετα, το Δεκέμβρη στην Αθήνα όπου το ΚΚΕ είναι σχεδόν εξουσία και όπου είναι ευκολότατο να μαζευτούν όλα τα μέλη του ΠΓ και της ΚΕ, δεν γίνεται τίποτα. Ο Σιάντος εμφανίζεται ν’ αποφασίζει και να διατάζει μόνος του…

Ο Γ. Ιωαννίδης, στις «Αναμνήσεις» του, αναφέρεται σε μία συνεδρίαση του ΠΓ στις 17 Νοέμβρη όπου, υποτίθεται, πάρθηκε κατ’ αρχήν η απόφαση για τη σύγκρουση με τους Άγγλους. Λέει:

«Το πρόβλημα είναι ότι εμείς πήραμε απόφαση στις 17, έκτος από τα άλλα τα πρώτα που έχω πει, στις 17 του Νοέμβρη στις 16 ή στις 18, δεν ξέρω πότε ήταν… Εκείνο που θυμάμαι είναι ότι πήραμε μία απόφαση. Ήτανε όλα τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου. Η συνεδρίαση έγινε στο νοσοκομείο που βρισκόμουν εγώ. Δεν καθίσαμε και πολύ γιατί ήμουν άρρωστος. Μισή ώρα η τρία τέταρτα, σύμφωνοι σ’ όλα. Είπαμε ότι στην ανάγκη, εάν δεν κατορθώσουμε να βρούμε άλλες πολιτικές λύσεις, στο ζήτημα, θα συγκρουσθούμε». (Γ. Ιωαννίδη «Αναμνήσεις», σελ. 325 και 332).

Είναι φυσικό ότι σ’ αυτήν την διαρκείας μισής ώρας ή τριών τετάρτων συνεδρίαση του ΠΓ δεν έγινε καμιά ουσιαστική συζήτηση ούτε και πάρθηκε καμιά οριστική απόφαση για σύγκρουση με τους Άγγλους. Απλώς κάτι είπε ο Ιωαννίδης σχετικά, οι άλλοι κούνησαν το κεφάλι -γιατί βέβαια μέσα σε μισή ώρα δεν προλάβαιναν να κάνουν τίποτ’ άλλο- και το θέμα έληξε εκεί. Όλοι ήξεραν, κι αν δεν ήξεραν καταλάβαιναν, ότι ένοπλη σύγκρουση με τους Άγγλους ήταν πολύ σοβαρή υπόθεση για να συζητηθεί και ν’ αποφασισθεί από τους ίδιους. Κάποιοι άλλοι και κάπου αλλού μπορούσαν να πάρουν την απόφαση. Κι αυτό ακριβώς έγινε. Η απόφαση για τον Δεκέμβρη πάρθηκε ερήμην και εν αγνοία του ΠΓ και της ΚΕ του ΚΚΕ.

Ο ίδιος ο Ιωαννίδης στις αναμνήσεις του στη σελ. 326 το ομολογεί με περισσή ειλικρίνεια:

«Έτσι, δεν έγινε αυτό που θα ‘πρεπε να γίνει. Αυτό που θα έκανε κάθε μαρξιστικό κόμμα. Εμφύλιο πόλεμο, χωρίς απόφαση του Πολιτικού Γραφείου, έστω του Πολιτικού Γραφείου που να ‘ναι όλοι μαζί. Εμφύλιο πόλεμο, χωρίς να ξέρει η Κεντρική Επιτροπή ότι γίνεται Εμφύλιος Πόλεμος…»

(…) Αφού όμως το ΠΓ και η ΚΕ δεν ήξεραν τίποτα για τον Δεκέμβρη, ποιος πήρε τη μεγάλη απόφαση; Μήπως οι Σιάντος – Ιωαννίδης; Τα γεγονότα και η λογική απορρίπτουν κατηγορηματικά αυτή την εκδοχή. Οι ώμοι των Σιάντου – Ιωαννίδη ήταν πολύ αδύναμοι για να σηκώσουν το βάρος παρόμοιας απόφασης. Όταν ο Ιωαννίδης, κατά την ίδια του ομολογία, τα χάνει και καταρρέει σε ένα μορφασμό του Τσερνίτσεφ, είναι αστείο να υποθέσουμε ότι ο ίδιος ο Σιάντος ή και οι δύο μαζί, μπορούσαν να πάρουν την ιστορική απόφαση για τον Δεκέμβρη. Την απόφαση αυτή μπορούσαν να την πάρουν μόνο τα μεγάλα αφεντικά. Και τα μεγάλα αφεντικά ήταν παρόντα, καλυμμένα με τον μανδύα της Σοβιετικής Στρατιωτικής Αποστολής. Οφείλουμε, παραμερίζοντας οποιαδήποτε σκοπιμότητα, ν’ αναγνωρίσουμε την αυταπόδεικτη αλήθεια ότι την απόφαση για τον Δεκέμβρη την πήραν και την επέβαλαν οι Σοβιετικοί. Εκείνο που μένει άγνωστο και δεν θα μάθουμε ποτέ, είναι πως συγκεκριμένα την επέβαλαν. Μ’ ένα μορφασμό, με μια χειρονομία ή, απλώς, κλείνοντας πονηρά το μάτι…

Ο Ιωαννίδης, που σε αρκετές περιπτώσεις είναι λαλίστατος, στο σημείο αυτό «σιωπά αιδημόνως». Στις αναμνήσεις του (σελ. 316) σημειώνει:

«Οπότε ο Ποπώφ, ο Ρώσος, έρχεται στο νοσοκομείο, γιατί εγώ είχα επαφή μ’ αυτόν.

ΠΑΠ.: Στην Αθήνα;

ΙΩΑΝ.: Ναι στην Αθήνα… Έρχεται στο νοσοκομείο και μου λέει: “Τι θα γίνει;”.

Του λέω: “Εμείς θα πιαστούμε, θα πιαστούμε οπωσδήποτε…».

Τι είδους μορφασμό έκανε ο Ποπώφ, δεν μας λέει ο Ιωαννίδης. Αφήνει να το φανταστούμε μόνοι μας. Ή, μάλλον, αφήνει να μιλήσουν τα γεγονότα: Ο ματωμένος Δεκέμβρης με τους τάφους και τα ερείπια.

Η αφήγηση του Σπέερ και οι πολύτιμες μεραρχίες των εμπλεκομένων μερών

Το ερώτημα που τίθεται πραγματικά δεν είναι ποιος έσπρωξε στον Δεκέμβρη, αλλά γιατί. Γιατί στην κρίσιμη εκείνη φάση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν επίμονες και συστηματικές προσπάθειες κατέβαλλαν οι Γερμανοί να διασπάσουν τη συμμαχική ενότητα -ύστατη ελπίδα τους ν’ αποφύγουν την ολοκληρωτική συντριβή- ώθησαν οι Σοβιετικοί στο Δεκέμβρη; Γιατί αυτή η τρικλοποδιά, ή μάλλον η μαχαιριά στα πλευρά των Βρετανών; Γιατί αυτή η ωμή παραβίαση της μοιρασιάς που πριν δύο μόλις μήνες είχαν κάνει οι Τσόρτσιλ – Στάλιν στη Μόσχα και βάσει της οποίας η Ελλάδα «ώσπερ αγροτεμάχιον» παρεχωρείτο στους Βρετανούς; Από που αντλούσαν αυτό το θάρρος ή μάλλον αυτό το θράσος; Και γιατί οι Άγγλοι ανέχθηκαν αδιαμαρτύρητα αυτή την παρασπονδία;

Το κλειδί για την απάντηση το δίνει, κατά πάσα πιθανότητα, ο Άλμπερτ Σπέερ, υπουργός πολεμικής παραγωγής του Χίτλερ. Σε συνέντευξή του στον Β. Μαθιόπουλο που δημοσιεύτηκε στο «ΒΗΜΑ» της 16ης Σεπτεμβρίου 1976 και περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Μαθιόπουλου «Η Ελληνική Αντίσταση και οι Σύμμαχοι», σελ. 51-52, ο Σπέερ λέει μεταξύ των άλλων:

«Είμαι αυτήκοος μάρτυς ενός γεγονότος που μας είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση το φθινόπωρο του 1944. Θυμάμαι συγκεκριμένα ότι ο στρατηγός Γιόντλ, ο αρχηγός του Γερμανικού Επιτελείου, ήλθε μία μέρα και με βρήκε και μου ανέφερε ότι επήλθε μία συμφωνία σε υψηλό επίπεδο μεταξύ Αγγλίας και Γερμανίας που αφορούσε την Ελλάδα. Η συμφωνία – πρωτοφανής μέχρι τότε και, όπως γνωρίζω, μοναδική σε όλο τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο- αφορούσε, όπως τουλάχιστον μου είπε ο Γιόντλ, την εκκένωση απ’ τα γερμανικά στρατεύματα της Ελλάδας χωρίς Βρετανική ενόχληση…

Ο Φον Όβεν, διευθυντής τότε του Υπουργείου Προπαγάνδας, αναφέρει σε βιβλίο του που έγραψε μετά τον πόλεμο, ότι ο Γκαίμπελς είχε μετάσχει ο ίδιος στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της συμφωνίας αυτής…

Νομίζω ότι η συμφωνία πρέπει να έκλεισε στη Λισαβώνα και το ποιος είχε την πρωτοβουλία πρώτος δεν ξέρω, αλλά πιστεύω ότι δεν έγινε σε διπλωματικό επίπεδο, αλλά πολύ ψηλότερα, ακριβώς για να μην υπάρξουν ακριτομύθιες.

Οι Άγγλοι, βέβαια, δεν το δημοσιεύουν τώρα και αντιλαμβάνομαι το λόγο. Η συμφωνία αυτή που έκαναν με τον Χίτλερ, ήταν βέβαια αντίθετη με τα συμφέροντα των τότε συμμάχων τους, και ως προς το σημείο αυτό διατηρούν τα αρχεία τους απόρρητα…».

Με τα όσα συνταρακτικά αποκαλύπτει ο Σπέερ, επιβεβαιώνει κατά τον πιο έγκυρο τρόπο μία πασίγνωστη αλλ’ ανεξήγητη για τους πολλούς αλήθεια. Τον Οκτώβρη του 1944, οι Άγγλοι άφησαν τους Γερμανούς να φύγουν εντελώς ανενόχλητοι απ’ την Ελλάδα. Κι είναι έγκυρη η μαρτυρία αυτή γιατί απλούστατα δεν είχε κανένα λόγο ο Σπέερ να επινοήσει όλη αυτή την ιστορία.

Σε μία κρίσιμη, λοιπόν, φάση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ενώ το συμμαχικό αίμα έτρεχε ποτάμι σ’ όλα τα μέτωπα, Ανατολικό και Δυτικό, οι Βρετανοί, πίσω από τις πλάτες των συμμάχων τους, παραβιάζοντας κάθε γραφτό και άγραφο νόμο, προήλθαν σε μυστική συμφωνία με τους Γερμανούς. Δείγμα κραυγαλέο της ανενδοίαστης ηθικής των μεγάλων δυνάμεων στην επίτευξη των σκοπών τους.

Ήταν μία πρώτης γραμμής παρασπονδία που μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί το «σιωπηλό προανάκρουσμα», η «μυστική εισαγωγή» στον ψυχρό πόλεμο που έμελλε να ακολουθήσει αμέσως μετά τον τερματισμό του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Με αυτή την «επί υψηλού επιπέδου» μυστική συμφωνία, οι Άγγλοι σκόπευαν προφανώς σε δύο στόχους. Πρώτος και κυριότερος: Οι γερμανικές μεραρχίες που στάθμευαν στην Ελλάδα να κινηθούν όσο γινόταν πιο σύντομα βορειότερα. Πάνοπλες και αξιόμαχες να προστεθούν στις γερμανικές δυνάμεις που μάχονταν απεγνωσμένα για να επιβραδύνουν την ακάθεκτη προέλαση του σοβιετικού στρατού στα Βαλκάνια και στην Κεντρική Ευρώπη. Ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του, η ώρα της μοιρασιάς έφτανε και Άγγλοι και Ρώσοι ήξεραν πολύ καλά το «μακάριοι οι κατέχοντες»…

Δεύτερος στόχος, εξ ίσου σημαντικός για τους Βρετανούς, να μην εγκλωβιστούν και να μην αιχμαλωτιστούν αξιόλογες γερμανικές δυνάμεις στον ελληνικό χώρο, πράγμα που αναπόφευκτα θα σήμαινε εφοδιασμό του ΕΛΑΣ με σύγχρονο βαρύ οπλισμό, τανκς, κανόνια κ.λπ. Έφτανε η στιγμή να ξεκαθαρίσουν οι λογαριασμοί με το ΚΚΕ. Οι Άγγλοι δεν είχαν αυταπάτες, θεωρούσαν τη σύγκρουση αναπόφευκτη. Στις 7 Νοεμβρίου, ο Τσόρτσιλ έγραφε στον υπουργό του των Εξωτερικών:

«Περιμένω οπωσδήποτε μία σύγκρουση με το ΕΑΜ και δεν πρέπει να την αποφύγουμε υπό την προϋπόθεση ότι θα διαλέξουμε καλά την περιοχή μας…». (Β’ Παγκ. Πόλ. Τ. 4, σελ. 570-571).

Κι αφού η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη, έπρεπε πάση θυσία να αποτραπεί ο εξοπλισμός του ΕΛΑΣ με βαρύ οπλισμό. Κι αυτό μπορούσε να γίνει μόνο με την ανενόχλητη αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα…

Τώρα πια ο πίνακας καθαρίζει, η εικόνα δείχνει ολοκάθαρη. Ο Δεκέμβρης ήταν η ρωσική απάντηση στη βρετανική κίνηση που είχε προηγηθεί. Το μυστικό της νόημα ήταν: Κάνατε πίσω από τις πλάτες μας μία συμφωνία με τους Γερμανούς. Απαντούμε με τον Δεκέμβρη…

Φυσικά οι Σοβιετικοί με τον Δεκέμβρη δεν έδιναν απλώς μία «θεωρητική» απάντηση. Είχαν δύο πολύ ρεαλιστικούς και συγκεκριμένους στόχους. Πρώτον να καθηλώσουν στην Ελλάδα όσο το δυνατόν περισσότερες βρετανικές δυνάμεις, οι οποίες, στον αγώνα δρόμου που διεξαγόταν εκείνη την στιγμή ανάμεσα στις συμμαχικές στρατιές, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν επωφελέστερα σε άλλα μέτωπα. Και, δεύτερον, να «εγγράψουν μία υποθήκη» για το μέλλον. Να εξασφαλίσουν ένα άλλοθι για τις μελλοντικές επεμβάσεις τους στις χώρες της Βαλκανικής και της Κεντρικής Ευρώπης. Θα μπορούσαν στο μέλλον να πουν: Αφού οι Βρετανοί επεμβαίνουν σε μία σύμμαχο χώρα και επιβάλλουν τη θέλησή τους με τη δύναμη των όπλων, γιατί δεν έχουμε το δικαίωμα να κάνουμε κι εμείς το ίδιο; Στις μελλοντικές κατηγορίες για επεμβάσεις θα απαντούσαν απλώς: Θυμηθείτε το Δεκέμβρη…

Δεν ήταν λοιπόν ο Δεκέμβρης η «ηρωική αντίσταση του λαού στην ωμή επέμβαση του αγγλικού ιμπεριαλισμού», όπως υποστηρίζει το ΚΚΕ. Ούτε όμως και «βίαιη απόπειρα προς κατάληψη της εξουσίας», όπως υποστηρίζει η Δεξιά. Ήταν απλώς μία εσκεμμένη πρόκληση των Σοβιετικών, στα πλαίσια της ασίγαστης και υπόγειας -την εποχή εκείνη- διαμάχης τους με τους Βρετανούς. Και οι Βρετανοί αποδέχτηκαν την πρόκληση. Δεν είχαν άλλωστε άλλη επιλογή. Δεν έσυραν αλλά σύρθηκαν στο Δεκέμβρη οι Βρετανοί. Είχαν πληρώσει βαρύ τίμημα στη Μόσχα για να κρατήσουν την Ελλάδα και εννοούσαν να την κρατήσουν.

(…) Και οι Σοβιετικοί; Ποια ήταν η στάση των Σοβιετικών τον Δεκέμβρη;

Ο Στεττίνιους, ο Αμερικανός υπουργός των Εξωτερικών την περίοδο εκείνη, στο βιβλίο του «Η Γιάλτα, ο Ρούσβελτ και οι Ρώσοι», γράφει στη σελ. 217:

«Η Διάσκεψη της Γιάλτας αρχίζει ενώ τα όπλα μόλις έχουν σωπάσει στην Αθήνα. Στη συνάντηση της 8ης Φεβρουαρίου ο Στάλιν δηλώνει στους άλλους πολιτικούς ότι “θα ήθελε να ρωτήσει… τι συμβαίνει στην Ελλάδα”. Εξηγεί αμέσως όμως ότι “δεν έχει πρόθεση να κρίνει τους Βρετανούς στην Ελλάδα αλλά ήθελε μάλλον να πληροφορηθεί”. Ο Τσόρτσιλ απαντά πως ελπίζει ότι γρήγορα θα εγκαθιδρυθεί η ειρήνη και προσθέτει πως η Βρετανική κυβέρνηση είναι εξαιρετικά υποχρεωμένη στον στρατάρχη Στάλιν που “δεν έδειξε υπερβολικά μεγάλο ενδιαφέρον για τις ελληνικές υποθέσεις”. Ο Στάλιν επαναλαμβάνει πως δεν έχει πρόθεση να κριτικάρει την Βρετανική δράση στην Ελλάδα, ούτε να παρέμβει σε αυτή τη χώρα. Την άλλη μέρα, όταν ο Τσόρτσιλ προσκαλεί επίσημα τον Στάλιν να στείλει ένα Σοβιετικό παρατηρητή στην Ελλάδα, ο Στάλιν απαντά σαρκαστικά πως αυτό του φαίνεται επικίνδυνο, δεδομένου ότι ο Τσόρτσιλ δεν επέτρεπε σε κανέναν άλλον να μπει στην Ελλάδα, παρά μόνο στις βρεταννικές δυνάμεις. Προσθέτει όμως αμέσως, σε σοβαρό τόνο, πως έχει “πλήρη εμπιστοσύνη” στη Βρετανική πολιτική στην Ελλάδα”.»

Μνημείο υποκρισίας και κυνισμού αποτελούν αυτά που λέει ο Στάλιν. Δεν έχει ιδέα για «το φόνο», και «θα ήθελε να ρωτήσει τι συμβαίνει στην Ελλάδα». Κι ενώ έγινε, υποτίθεται, μία ωμή ιμπεριαλιστική επέμβαση σε βάρος ενός συμμάχου λαού και το αίμα των Ελλήνων αγωνιστών έτρεξε ποτάμι στην Αθήνα, ο Στάλιν δηλώνει πως έχει «πλήρη εμπιστοσύνη στη Βρετανική πολιτική στην Ελλάδα»… Θα μπορούσε βέβαια να αντιτείνει κανείς πως δεν πρέπει να παίρνουμε τοις μετρητοίς όσα γράφει ένας Αμερικανός υπουργός. Θα μπορούσε, αν … αν δεν υπήρχαν τα καταραμένα τα γεγονότα. Τα γεγονότα που επικυρώνουν «του λόγου το αληθές». Και είναι γεγονός αναμφισβήτητο πως σε όλη τη διάρκεια του Δεκέμβρη οι Σοβιετικοί δεν έβγαλαν τσιμουδιά. Ούτε μία απλή διαμαρτυρία, ούτε ένα σχόλιο. Οι σοβιετικές εφημερίδες δεν έγραψαν λέξη για το Δεκέμβρη. Για τους Σοβιετικούς ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ Δεκέμβρης.

Το σημειώνω με κεφαλαία γιατί αυτό και μόνο αποτελεί συντριπτική απάντηση στην διατυπούμενη άποψη ότι οι Σοβιετικοί δεν αντέδρασαν τον Δεκέμβρη για να μη διασπαστεί η αντιχιτλερική συμμαχία, για να ολοκληρωθεί η συντριβή του φασιστικού Άξονα. Ωραία, λοιπόν, δεν μπορούσαν να επέμβουν οι Σοβιετικοί γιατί κινδύνευε η αντιφασιστική συμμαχία. Δεν μπορούσαν όμως να πουν μία λέξη, δεν μπορούσαν να στείλουν μία απλή διαμαρτυρία για τη βάναυση αυτή καταπάτηση των αρχών για την κατίσχυση ακριβώς των οποίων έχυναν το αίμα τους οι λαοί στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο; Δεν μπορούσαν να πιέσουν στο πολιτικό και διπλωματικό πεδίο;

Δεν έκαναν τίποτα. Και αντί για οποιαδήποτε συμπαράσταση, για οποιαδήποτε βοήθεια, κι ενώ συνεχίζονται οι μάχες στην Αθήνα, η Σ. Ένωση, στις 30 Δεκεμβρίου, αναγγέλλει την αποστολή πρεσβευτή στην κυβέρνηση Παπανδρέου…

Τα γεγονότα μιλούν με τη δική τους αδυσώπητη λογική. Η σοβιετική σιωπή το Δεκέμβρη δεν ήταν ένδειξη αδυναμίας. Ήταν και παραμένει ακλόνητη απόδειξη ενοχής. Κι αν οι Σοβιετικοί δεν ήθελαν τον Δεκέμβρη γιατί δημιουργούσε κινδύνους για τη συμμαχική ενότητα, θα μπορούσαν κάλλιστα να τον σταματήσουν οποιαδήποτε στιγμή. Αρκεί να κουνούσε λίγο το δαχτυλάκι του ο Στάλιν. Ή μήπως θα είχαν αντιρρήσεις οι Σιάντος – Ιωαννίδης;…

Η άποψη ότι οι Σοβιετικοί υπέκυψαν στον βρετανικό εκβιασμό και δεν αντέδρασαν τον Δεκέμβρη για να μη διασπαστεί η συμμαχική ενότητα, είναι αβάσιμη και για τον απλό λόγο ότι οι Βρετανοί δεν ήταν σε θέση να ασκήσουν κανέναν εκβιασμό. Αν μπορούσαν, δεν θα άφηναν τον Στάλιν να καταβροχθίσει την Πολωνία και μαζί ολόκληρη την Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη. Τον άφησαν γιατί απλούστατα δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά…

Τηλεγραφήματα

Και το τηλεγράφημα; Τι μπορούμε να πούμε όταν υπάρχει το περίφημο τηλεγράφημα του Δημητρώφ που προσδιορίζει, υποτίθεται, χωρίς ν’ αφήνει περιθώρια παρερμηνειών, τη σοβιετική στάση στα Δεκεμβριανά;

Είναι γνωστό το τηλεγράφημα Δημητρώφ, αξίζει όμως να το ξαναδούμε. Παραθέτω ό,τι ακριβώς αναγράφεται σχετικά στα «Επίσημα Κείμενα του ΚΚΕ», σελ. 324-326:

«… Κατά την διάρκεια των γεγονότων του Δεκέμβρη η ηγεσία του ΚΚΕ είχε τακτική επαφή με τις ηγεσίες του Κομμουνιστικού Κόμματος Βουλγαρίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας και έμμεσα, μέσω του Γκιώργκη Δημητρώφ, που σε όλο αυτό το διάστημα βρισκόταν στη Μόσχα, με την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Το Πολιτικό Γραφείο της ΚΕ του ΚΚΕ με τηλεγραφήματά του (βλ. κείμενα υπ’ αριθμόν 715, 718, 721, 725, 730, 732, 733, 734, 744, 747, 748, 749, 750 και 751 αυτού του τόμου) ενημέρωνε τα παραπάνω αδελφά κόμματα για τις εξελίξεις των γεγονότων στην Ελλάδα και τις πιο άμεσες ανάγκες του κινήματος. Επί πλέον, κατά την διάρκεια του Δεκέμβρη 1944, είχαν σταλεί στις ηγεσίες των παραπάνω κομμάτων αντιπροσωπείες της ηγεσίας του ΚΚΕ για άμεση επαφή και συζήτηση της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί και των σχετικών προβλημάτων.

»Στις 20 Δεκέμβρη 1944 ο Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ Βουλγαρίας Τράικο Κοστώφ που χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο “Σπυριδόνωφ”, διαβίβασε στον Γραμματέα της ΚΕ του ΚΚ Γιώργη Σιάντο τηλεγράφημα του Γκ. Δημητρώφ που χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο “Παππούς” από την Μόσχα, στο οποίο διατυπώνονται οι γνώμες του για το τι θα ήταν καλύτερο να κάνει το ΚΚΕ στην τότε κατάσταση. Διαβιβάζοντας αυτό το τηλεγράφημα ο Τρ. Κοστώφ διατυπώνει ταυτόχρονα και την σχετική γνώμη της ΚΕ του ΚΚ Βουλγαρίας.

»Το τηλεγράφημα του “Παππού” (Γκ. Δημητρώφ) και του “Σπυριδόνωφ” (Τρ. Κοστώφ), με ημερομηνία 19 Δεκέμβρη 1944, ώρα 8.00, ελήφθη στις 20 του Δεκέμβρη 1944 από τον Λεωνίδα Στρίγκο, μέλος του Π.Γ. της ΚΕ και Γραμματέα της Επιτροπής Περιοχής Μακεδονίας – Θράκης του ΚΚΕ που κρατούσε αυτή την επαφή. Είχε όμως γίνει κάποιο λάθος στον κώδικα και δεν κατορθώθηκε η αποκρυπτογράφηση του τηλεγραφήματος αυτού. Γι’ αυτό, ο Λ. Στρίγκος (Λεωνίδας) το ξαναζήτησε. Η εκ νέου μετάδοση και λήψη του τηλεγραφήματος έγινε στις 15 του Γενάρη του 1945, οπότε και αποκρυπτογραφήθηκε αμέσως και στάλθηκε στο Πολιτικό Γραφείο της ΚΕ του ΚΚΕ.

»Σε συνέχεια παραθέτουμε αυτό το τηλεγράφημα.

»Από Μακεδονίαν Π.Γ.

»Σας μεταδίδουμε τηλ/μα που στάλθηκε από … στοπ. Αρχίζει στοπ.

»Ο Παππούς νομίζει ότι με την σημερινή διεθνή κατάσταση, η ένοπλη ενίσχυση προς τους Έλληνες συντρόφους απ’ έξω γενικά αδύνατη. Βοήθεια από μέρους της Βουλγαρίας ή Γιουγκοσλαβίας η οποία να τους δέσμευε με το μέρος του ΕΛΑΣ εναντίον ένοπλων αγγλικών δυνάμεων, σήμερα λίγο θα βοηθήσει τους Έλληνες συντρόφους ενώ πάρα πολύ θα μπορούσε να βλάψει την Γιουγκοσλαβία και Βουλγαρία. Όλα αυτά πρέπει να τα υπολογίζουν οι φίλοι μας οι Έλληνες.

»Έλληνες και ΕΛΑΣ πρέπει να καθορίσουν τα περαιτέρω βήματά τους, ξεκινώντας από αυτή ακριβώς την κατάσταση, όχι ευνοϊκή γι’ αυτούς. Δεν πρέπει να τραβήξουν σχοινί, αλλά να δείξουν εξαιρετική ευλυγισία και ικανότητα χειρισμών για να διατηρήσουν όσο το δυνατόν τις δυνάμεις τους και να περιμένουν ευνοϊκώτερη στιγμή για πραγματοποίηση δημοκρατικού τους προγράμματος. Για ελληνικό κόμμα, το σπουδαιότερο είναι να μην επιτρέψει να απομονωθεί από μάζες ελληνικού λαού και από δημοκρατικές ομάδες που ανήκουν στο ΕΑΜ.

»Γιατί ΕΑΜ, ΓΣΕΕ και χωριστές προσωπικότητες ηγέτες δεν απευθύνονται επίσημα στα Συνδικάτα και κοινή γνώμη εξωτερικού για να διαφωτίσουν για σκοπούς και χαρακτήρα πάλης τους, για να ξεσκεπάσουν ελληνική αντιδραστική κλίκα και τους καλέσουν ενίσχυσή τους; Αυτό θα ‘πρεπε να κάνουν με όλους τους δυνατούς τρόπους και μέσα ακατάπαυστα στοπ. Πρωτότυπο στείλαμε με σύνδεσμο στοπ. 15 Γενάρη.

Λεωνίδας»

Αυτό είναι το τηλεγράφημα, μπρος στο οποίο με αμηχανία στέκονται σοβαροί και αξιόλογοι κατά τα άλλα ερευνητές. Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει εδώ κανένα αίνιγμα. Διότι οι ηγέτες του ΚΚΕ δεν περίμεναν το τηλεγράφημα Δημητρώφ για να λάβουν εντολές και κατευθύνσεις από τη Μόσχα. Οι απεσταλμένοι του Κρεμλίνου ήταν παρόντες, καλυμμένοι με τον μανδύα της Σοβιετικής Στρατιωτικής Αποστολής. Και είχαν ασυρματιστή τον μετέπειτα γνωστό από την υπόθεση των ασυρμάτων Βαβούδη, που τους εξασφάλιζε άμεση και συνεχή επαφή με το Κέντρο.

Γιατί, λοιπόν, στάλθηκε το τηλεγράφημα αυτό; Δύο είναι οι πιθανές εκδοχές:

Ή ο Δημητρώφ το έστειλε αγνοώντας το παρασκήνιο και το σκοτεινό παιχνίδι που έπαιζε το Κρεμλίνο στην Αθήνα το Δεκέμβρη. Και φυσικά οι εδώ απεσταλμένοι του Στάλιν το κατακράτησαν ως “ανεπίκαιρο” και το εμφάνισαν όταν έκριναν πως ήρθε η στιγμή να εμφανιστεί.

Ή -και το θεωρώ εξίσου πιθανό- το τηλεγράφημα Δημητρώφ δεν είχε παραλήπτες τους Σιάντο – Ιωαννίδη αλλά την ιστορία… Ο μελλοντικός ιστορικός, ελλείψει άλλων στοιχείων, θα σκόνταφτε αναγκαστικά στο τηλεγράφημα Δημητρώφ και θα έβγαζε το αναπόφευκτο συμπέρασμα: Οι Σοβιετικοί συμβούλευαν διαλλακτικότητα, οι Σοβιετικοί δεν ήθελαν τον Δεκέμβρη, οι Σοβιετικοί δεν αναμίχθηκαν στον Δεκέμβρη… Έτσι εξηγείται και γιατί το τηλεγράφημα του Δημητρώφ είναι το μοναδικό που είδε το φως της δημοσιότητας. Αλλά είναι αυτονόητο ότι, αφού υπήρχε καθημερινή επικοινωνία με τον ασύρματο, θα είχαν αποσταλεί και άλλα τηλεγραφήματα. Γιατί δεν δημοσιεύονται;

Ο Κ. Δεσποτόπουλος, προσωπικός σύμβουλος του Σιάντου, βεβαιώνει (βλ. Φ. Οικονομίδη, “Οι Προστάτες”, σελ. 388) ότι στις 13-14 Δεκέμβρη 1944 ο Σιάντος του έδειξε ένα τηλεγράφημα του Δημητρώφ, στο οποίο αναγράφονταν επί λέξει: «Παππούς, επαναλαμβάνουμε, Παππούς συμβουλεύει συνεχίσετε αντίσταση. Κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν προς βοήθειά σας».

Περισσότερα, όμως, από όσα λέει το ίδιο το τηλεγράφημα και πολύ πιο αποκαλυπτικά, λένε οι ημερομηνίες:

Το τηλεγράφημα στέλνεται στις 19 Δεκεμβρίου, όταν οι μάχες μαίνονται στους δρόμους της Αθήνας. Γιατί δεν στέλνεται πριν ή στις αρχές του Δεκέμβρη; Τόσο ασήμαντη υπόθεση ήταν η ένοπλη σύγκρουση με τους Άγγλους τις κρίσιμες εκείνες μέρες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου;

Αλλά έστω, το στέλνουν καθυστερημένα. Και έστω, γίνεται «λάθος» στον κώδικα και γυρίζει πίσω. Γιατί δεν το ξαναστέλνουν την άλλη μέρα αφού, όπως προκύπτει κι απ’ τα «Επίσημα Κείμενα του ΚΚΕ», είχαν καθημερινή επικοινωνία με τον ασύρματο; Γιατί το στέλνουν ύστερα από 26 μέρες, στις 15 Γενάρη 1945, όταν πια οι μάχες έχουν τελειώσει κι ο ΕΛΑΣ έχει εγκαταλείψει την Αθήνα; Με τη χελώνα το ‘στειλαν; Πρόκειται για φαιδρότητες. Η αλήθεια είναι καθαρή. Στο «διεθνές ζατρίκιον» που παίχτηκε πάνω στην πλάτη του ελληνικού λαού, οι Σοβιετικοί με τον Δεκέμβρη έκαναν απλώς μία κίνηση τακτικής. Ήταν μία «περιορισμένη βαριάντα», που δεν απέβλεπε στην ανατροπή των συμφωνιών της Μόσχας και στη βίαιη υπαγωγή της Ελλάδας στο σοβιετικό μπλοκ.

Και έτσι εξηγούνται όλα.

Έτσι εξηγείται γιατί το κύριο βάρος του Δεκέμβρη το σήκωσε ο εφεδρικός ΕΛΑΣ. Σ’ έναν αγώνα ζωής και θανάτου είναι αυτονόητο ότι θα ρίξεις στη μάχη τις δυνάμεις που χρειάζονται για να νικήσεις. Αυτό λέει η στοιχειώδης λογική κι αυτό θα ‘κανε κι ένας λοχίας. Και όμως οι Σιάντος – Ιωαννίδης έστειλαν τις πιο εμπειροπόλεμες και τις καλύτερα οπλισμένες δυνάμεις του ΕΛΑΣ να κυνηγούν τον Ζέρβα στα κατσάβραχα της Ηπείρου κι άφησαν τον εφεδρικό ΕΛΑΣ να τα βγάλει πέρα μόνος του στην Αθήνα με τις αγγλικές μεραρχίες. Δεν ήταν ηλίθιοι οι άνθρωποι. Απλώς εκτελούσαν εντολές.

Έτσι εξηγείται γιατί η σύγκρουση περιορίστηκε μόνο στην Αθήνα, ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα οι αγγλικές δυνάμεις έμειναν ανενόχλητες. Θα ήταν ευκολότατο π.χ. για τον ΕΛΑΣ Μακεδονίας να αφοπλίσει την αγγλική φρουρά Θεσσαλονίκης και να εφοδιαστεί με πολύτιμο πολεμικό υλικό. Και όμως, δεν έγινε αυτό που η στοιχειώδης λογική επέβαλλε να γίνει.

Ο Μάρκος Βαφειάδης βεβαιώνει πως ζήτησε την άδεια να χτυπήσει τους Άγγλους στη Θεσσαλονίκη άλλα οι Σιάντος – Ιωαννίδης δεν το επέτρεψαν. Γιατί; Και μόνο στο τέλος, στις 30 Δεκεμβρίου 1944, έξι μέρες πριν ο ΕΛΑΣ εγκαταλείψει την Αθήνα, ο Σιάντος στέλνει τα παρακάτω σήματα που περιλαμβάνονται στα «Επίσημα Κείμενα του ΚΚΕ» (σελ. 316-317):

740

ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ Λεωνίδα (Στρίγκον) Έχει μεγάλην σημασίαν χτυπηθούν Άγγλοι Θεσσαλονίκης. Παρακαλούμε μελετήσατε επειγόντως επιχείρησιν και πληροφορήστε μας υπάρχουσαν δυνατότητα.

30-12-44

Γέρος

(Γιώργης Σιάντος)

* * *

741

ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ

Κώσταν (Μπλάναν)

δια Παπασταματιάδη (Νίκον)

Διοικητήν ΕΛΑΣ Πελοποννήσου

Πελοπόννησον

Κτύπημα Άγγλων Πάτρας έχει μεγάλην σημασίαν. Παρακαλούμε μελετήσατε και γνωρίσατε μας επειγόντως δυνατότητα επιχειρήσεως ταύτης.

30-12-1944 Γέρος

(Γιώργης Σιάντος)

Στις 30 Δεκεμβρίου όλα σχεδόν έχουν τελειώσει. Και πάλι όμως ο Σιάντος δεν λέει «χτυπήστε». Απλώς, «μελετήσατε επειγόντως επιχείρησιν και πληροφορήσατέ μας υπάρχουσας δυνατότητας»!

Είναι φανερό ότι και τα τηλεγραφήματα αυτά δεν απευθύνονται στους Μπλάνα και Στρίγκο, αλλά στην Ιστορία…

Έτσι εξηγείται, ίσως, και η «ανεξήγητη» περικύκλωση και ο αφοπλισμός του 2ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ από τους Άγγλους, χωρίς να πέσει ντουφεκιά, χωρίς ν’ ανοίξει μύτη. Κι όμως, ήταν ένα από τα καλύτερα Συντάγματα του ΕΛΑΣ κι έμπαινε στην Αθήνα για να πάρει μέρος στις μάχες…

Έτσι εξηγείται και γιατί δεν χρειάστηκε να αποφασίσει το Π.Γ. ή η Κ.Ε. για το Δεκέμβρη και γιατί ο Σιάντος αντιμετώπιζε τον Μπαρτζώτα και τη Χρύσα σαν «περαστικούς».

Η σύσκεψη με τον Τσώρτσιλ

Έτσι εξηγείται και η αδιαλλαξία του Σιάντου στη σύσκεψη με τον Τσόρτσιλ και τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς τα Χριστούγεννα του 1944.

Ας θυμηθούμε τα γεγονότα. Ανήμερα τα Χριστούγεννα του ’44 φτάνουν στην Αθήνα ο Τσόρτσιλ και οι στενοί επιτελείς του. Πιεζόμενος από τη βρετανική και την παγκόσμια κοινή γνώμη ο Τσόρτσιλ κάνει μία προσπάθεια να σταματήσει η αιματοχυσία στην Αθήνα. Καλεί σε σύσκεψη όλους τους πολιτικούς αρχηγούς. Είναι μία μοναδική και έσχατη ευκαιρία για το ΚΚΕ να πετύχει κάποιο συμβιβασμό, να βγει από το αδιέξοδο. Η μάχη της Αθήνας ουσιαστικά έχει κριθεί, σε δέκα μέρες θα γίνει η άτακτη υποχώρηση. Κι όμως, ο Σιάντος εμφανίζεται προκλητικός και αδιάλλακτος. Μιλώντας ως από θέση ισχύος, επαναλαμβάνει στη σύσκεψη όλες τις θέσεις κι όλες τις παλιές αξιώσεις του ΚΚΕ. Και επί πλέον ακόμα μία: Στή νέα κυβέρνηση που θα σχηματιστεί, το ΚΚΕ να πάρει τα μισά υπουργεία συν ένα!

Και βέβαια η σύσκεψη ναυαγεί. Ακόμα δέκα μέρες το αίμα τρέχει άσκοπα στους δρόμους της Αθήνας. Και μετά η άτακτη φυγή…

Έτσι αποκτούν και το πραγματικό τους νόημα τα όσα αναγράφονται σχετικά στο βιβλίο του Γ. Παπανδρέου «Η απελευθέρωση της Ελλάδος». Στη σελ. 211 διαβάζουμε:

«Το απόγευμα της Πέμπτης, 30 Νοεμβρίου 1944, ο υπουργός των Οικονομικών Αλ. Σβώλος επεσκέφθη εις την οικίαν του τον πρόεδρον της Κυβερνήσεως Γ. Παπανδρέου. Η συνομιλία υπήρξε μακρά και διεξήχθη υπό το κράτος βαθείας συγκινήσεως ενώπιον της επερχόμενης τραγικής εσωτερικής κρίσεως. Ο Αλ. Σβώλος εξεμυστηρεύθη την εντύπωσίν του, ότι η μεταβολή της αποφάσεως του Κ.Κ. υπήρξεν απότομος και οφείλεται εις εξωτερικάς υποδείξεις. Και προσέθεσεν ότι δεν δύναται να ασκήση επ’ αυτού καμμίαν αποφασιστικήν επιρροήν…».

«Οφείλεται εις εξωτερικάς υποδείξεις»…

Μέσα στις λίγες αυτές λέξεις κρύβεται όλη η αλήθεια για την τραγωδία του Δεκέμβρη.

Δυο αφηγήσεις του Μίκη Θεοδωράκη

Ο Μ. Θεοδωράκης, νεαρός τότε Ελασίτης, πολέμησε και τραυματίστηκε στα Δεκεμβριανά. Και αναφέρεται στο κρίσιμο ερώτημα γιατί οι Σιάντος – Ιωαννίδης αντί να κηρύξουν πανστρατιά και να φέρουν στην Αθήνα -όπου υποτίθεται δινόταν η κρίσιμη και αποφασιστική για τη μοίρα αυτού του τόπου μάχη- έστειλαν όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις του ΕΛΑΣ να κυνηγούν το Ζέρβα στα κατσάβραχα της Ηπείρου, αφήνοντας τον εφεδρικό ΕΛΑΣ να τα βγάλει πέρα μόνος του με τα τανκς και τα κανόνια του Σκόμπυ.

Σε μία μάχη στο Κατσιπόδι, Χριστούγεννα του 44, δίπλα στον 1ο λόχο του Μ. Θεοδωράκη πολεμούσε και μία διμοιρία του μονίμου ΕΛΑΣ από το Μεσολόγγι με διοικητή το δάσκαλο Μαργαρίτη. Και ξαφνικά, πάνω στην πιο κρίσιμη στιγμή, η διμοιρία του Μαργαρίτη εγκαταλείπει απροσδόκητα τις θέσεις της, αφήνοντας ακάλυπτο το λόχο του Θεοδωράκη, με αποτέλεσμα να υποστεί πανωλεθρία. Από τους 120 μαχητές του 1ου λόχου έμειναν μόνο τρεις!

Στους «Δρόμους του Αρχάγγελου», στον Α’ τόμο και στη σελ. 214, ο Μ. Θεοδωράκης γράφει συγκεκριμένα:

«Φτάσαμε κακήν-κακώς εκεί που τώρα είναι η Δάφνη και μεις το λέγαμε Κατσιπόδι. Και τι να δουμε! Όλη τη διμοιρία του μόνιμου ΕΛΑΣ πάνω σε καμιόνια, μαζί και τα μυδράλια. Ο Μαργαρίτης που μας γνώρισε, πήδησε και ήρθε κοντά μας και μας είπε αυτά τα καταπληκτικά λόγια που σφραγίζουν όλη την τραγωδία του Δεκέμβρη: “Συγνώμη συναγωνιστές. Όμως φαίνεται ότι ο ΕΛΑΣ δεν έχει δικαίωμα να μάχεται στην Αθήνα. Δηλαδή εμείς του μονίμου. Στη μέση της μάχης ήρθε διαταγή να φύγουμε…”. “Και γιατί δεν μας ειδοποιήσατε;” “Δεν προλαβαίναμε”. “Ξέρεις πόσοι σωθήκαμε;” “Πόσοι;” “Εμείς οι τρεις”».

Και στο Β’ τόμο, σελ. 232, ο Μ. Θεοδωράκης περιγράφει ως εξής μία σκηνή στη Μακρόνησο:

«Το ίδιο εκείνο απόγευμα ήρθε στη σκηνή μας ο στρατηγός του ΕΛΑΣ Μακρίδης να δει τους συμπατριώτες του. Επί μήνες δεν μιλούσε σε κανέναν. Περπατούσε ολομόναχος. Είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει, και μείς είχαμε εντολή να τον παρακολουθούμε από μακριά, για να επέμβουμε αν χρειαστεί.

Λύθηκε η γλώσσα του. Άλλος δικαιωμένος. Μεγάλος αυτός. Όχι μικρός και ασήμαντος σαν και μένα. Αξιωματικός καριέρας, προσχώρησε στον ΕΛΑΣ και έγινε Επιτελάρχης του Γενικού Στρατηγείου. Ο Σαράφης, ο Άρης κι αυτός άκουσαν από τα χείλη του Σιάντου την απόφαση να μη γίνει παρέμβαση του τακτικού ΕΛΑΣ το Δεκέμβρη και να περιοριστεί η μάχη σε μία εκδήλωση διαμαρτυρίας κόντρα στην εγγλέζικη ταχτική.

“Άφησαν τα παιδιά με τα τουφεκάκια”, θυμάμαι τα λόγια του, “και μας έστειλαν στην Ήπειρο να χτυπήσουμε το Ζέρβα”.

Από τότε χρονολογείται η σιωπή του και η επιθυμία του να δώσει τέλος στη ζωή του».

Η συνταρακτική αυτή μαρτυρία του Μ. Θεοδωράκη που έρχεται να επιβεβαιώσει με τον πιο αδιάψευστο τρόπο τα πραγματικά γεγονότα, αποκαλύπτει σ’ όλη της την έκταση τη δραματική αλήθεια: Το διώξιμο του μόνιμου ΕΛΑΣ μακριά από την Αθήνα δεν είναι ένα μεμονωμένο «λάθος», μία «κακή εκτίμηση» των Σιάντου – Ιωαννίδη. Εντάσσονταν στα πλαίσια μιας γενικής, ρητής και κατηγορηματικής διαταγής: Κανένα τμήμα του μονίμου ΕΛΑΣ δεν επιτρέπεται να πάρει μέρος στη μάχη της Αθήνας. Κι αν κάποια διμοιρία του μονίμου ΕΛΑΣ βρεθεί κατά τύχη ή κατά λάθος το Δεκέμβρη στην Αθήνα, υποχρεούται πάραυτα να παρατήσει τη θέση της και να φύγει. Όπως ακριβώς συνέβη με τη διμοιρία Μαργαρίτη που υποχρεώθηκε με επείγουσα διαταγή να αποχωρήσει από τη μάχη, αφήνοντας ακάλυπτο τον 1ο λόχο του Μ. Θεοδωράκη με αποτέλεσμα από τους 120 μαχητές να σωθούν μόνο τρεις!

Η Συμφωνία της Βάρκιζας

Στις 26 Δεκεμβρίου 1944, ο Σιάντος, αδιάλλακτος και προκλητικός, τορπιλλίζει τη σύσκεψη των πολιτικών ηγετών ζητώντας τα μισά υπουργεία για να μετάσχει στη νέα κυβέρνηση. Σαράντα πέντε μέρες αργότερα, ο ίδιος ο Σιάντος, με βοηθό τον Παρτσαλίδη, υπογράφει την επονείδιστη συμφωνία της Βάρκιζας.

Και όχι μόνο την υπογράφει, αλλά σπεύδει και να δηλώσει:

«Τα βρεταννικά στρατεύματα βρίσκονται στην Ελλάδα για στρατιωτικούς λόγους. Τη σύγκρουση των Άγγλων και των δυνάμεων του ΕΛΑΣ τη θεωρούμε ως άτυχη σύγκρουση που πέρασε και θα ξεχαστεί. Μα αν οι σύμμαχοι απεφάσισαν να διατηρήσουν εδώ αγγλικό στρατό, εμείς λέμε ότι αυτό είναι το συμφέρον και της Ελλάδας».

(ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 15-2-45)

Είναι να τραβάει κανείς τα μαλλιά του. Το αίμα δεν έχει στεγνώσει ακόμα στους δρόμους της Αθήνας, αχνίζουν τα ερείπια από τις βρεταννικές βόμβες, και ο Σιάντος βεβαιώνει πως «τα βρεταννικά στρατεύματα βρίσκονται στην Ελλάδα για στρατιωτικούς λόγους»! Ο Δεκέμβρης δεν ήταν μια θανάσιμη σύγκρουση για εθνική ανεξαρτησία και λαϊκή κυριαρχία, αλλά «μία ατυχής σύγκρουση που πέρασε και θα ξεχαστεί»! Ο αγγλικός στρατός δεν παρέμεινε στη χώρα μας για να διασφαλίσει τα συμφέροντα του βρεταννικού ιμπεριαλισμού, αλλά «προς το συμφέρον και της Ελλάδας»!

Γιατί αυτή η θεαματική στροφή του Σιάντου; Γιατί αυτή η κωμωδία;

Η απάντηση δεν είναι δύσκολη. Προηγείται, όμως, ένα άλλο ερώτημα: Γιατί έσπευσαν οι ηγέτες του ΚΚΕ να υπογράψουν τη συμφωνία της Βάρκιζας;

Από στρατιωτική άποψη, η κατάσταση δεν είχε μεταβληθεί ουσιαστικά. Παρά την ήττα του Δεκέμβρη, ο ΕΛΑΣ διατηρούσε ανέπαφες και αξιόμαχες όλες του τις δυνάμεις. Κυριαρχούσε σε όλη σχεδόν την Ελλάδα και μπορούσε με μαζική στρατολογία να παρατάξει 80-100 χιλιάδες μαχητές.

Από την άλλη, οι ίδιοι οι Άγγλοι παραδέχονται πως δεν μπορούσαν να συντρίψουν ολοκληρωτικά τον ΕΛΑΣ, δεν μπορούσαν να αποδυθούν σ’ έναν πόλεμο διαρκείας. Ο στρατηγός Αλεξάντερ, σε έκθεσή του προς τον Τσόρτσιλ, τόνιζε ότι η εκκαθάριση της περιοχής Αθηνών – Πειραιώς «δεν θα σημάνει την ήτταν του ΕΛΑΣ και τον εξαναγκασμόν του εις παράδοσιν. Δεν διαθέτομεν επαρκείς δυνάμεις διά να προβώμεν εις επιχειρήσεις επί της Ηπειρωτικής Ελλάδος. Κατά την διάρκεια της κατοχής οι Γερμανοί διετήρουν έξη ως επτά μεραρχίας επί της ηπειρωτικής Ελλάδος και το ισοδύναμον τεσσάρων μεραρχιών εις τας ελληνικάς νήσους. Εν τούτοις δεν ήσαν εις θέσιν να διατηρούν ανά πάσαν στιγμήν ανοικτάς τας συγκοινωνίας των και αμφιβάλλω αν ημείς θα συναντήσωμεν ολιγωτέραν δύναμιν και αποφασιστικότητα από εκείνην που αντιμετώπισαν οι Γερμανοί».

Γιατί, λοιπόν, έσπευσαν οι Σιάντος και Ιωαννίδης να υπογράψουν στη Βάρκιζα; Κι εδώ, όπως και στις άλλες περιπτώσεις, δεν υπάρχει κανένα αίνιγμα: Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του δράματος Ιωαννίδης και Παρτσαλίδης (ο Σιάντος δεν πρόλαβε ν’ αφήσει αναμνήσεις) ομολογούν ότι σύρθηκαν στη Βάρκιζα γιατί αυτές τις οδηγίες και αυτές τις εντολές είχαν.

Λέει ο Ιωαννίδης στις Αναμνήσεις του:

«Έτσι έγινε και με τη Βάρκιζα. Είχαμε (συμβουλές). Ρωτήσαμε και έξω… Το τηλεγράφημα του Παππού (Δημητρώφ) ήταν καθαρό. Και οι γνώμες αλλωνών ήταν καθαρές. Ότι η διεθνής κατάσταση δεν είναι υπέρ της δικής μας υπόθεσης. Άρα φροντίστε να βρείτε πολιτικά μέσα για να σταματήσει ο πόλεμος εκεί πέρα. Ο Δημητρώφ ήτανε γραμματέας της ΚΔ. Δεν τον έπαιρνες σαν γραμματέα μόνο τού Βουλγαρικού Κόμματος αλλά σαν μία διεθνή φυσιογνωμία και αρχηγό του διεθνούς κινήματος. Και η γνώμη του ήταν γνώμη, δεν ήταν πράσινα άλογα δηλαδή. Και όταν αυτός σου λέει αυτό το πράγμα και όταν και συ ο ίδιος βλέπεις ότι τα πράγματα είναι σκούρα για σένα και δεν πρόκειται να βγει τίποτα…».

Από την πλευρά του ο Παρτσαλίδης, τόσο στην 7η Ολομέλεια του ΚΚΕ τον Μάη του 1950 όσο και σε κατοπινές συνεντεύξεις του στην «Αυγή» και στην «Ελευθεροτυπία», παραδέχεται ότι υπέγραψε τη συμφωνία της Βάρκιζας γιατί αυτό υπέδειξε ο Δημητρώφ, Γραμματέας ΚΔ και επικεφαλής του τμήματος Διεθνών Σχέσεων της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ.

Το Γενάρη του 1950, στη γνωστή «δίκη» της Μόσχας, ο Χότζα κατηγόρησε μπροστά στο Στάλιν την ηγεσία του ΚΚΕ μεταξύ των άλλων και για την «προδοτική» συμφωνία της Βάρκιζας. Ο Στάλιν, για να μη δυσαρεστήσει προφανώς το Χότζα, συμφώνησε μαζί του και υποστήριξε ότι ήταν μεγάλο σφάλμα η συμφωνία της Βάρκιζας. Εμβρόντητος ο Παρτσαλίδης τόλμησε να ψελλίσει ότι δεν ενήργησε αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με τις οδηγίες του Δημητρώφ (με άλλα λόγια, σύμφωνα με τις υποδείξεις της Μόσχας…). Πράγμα που δεν αρνήθηκε ουσιαστικά ο Στάλιν (παρά το θέατρο που έπαιξε εκείνη τη στιγμή στέλνοντας δήθεν τους βοηθούς του να βρουν τα σχετικά κείμενα που όμως εκείνοι, «δυστυχώς», δεν μπόρεσαν να βρουν…). Και για να δικαιολογηθεί όπως-όπως, αντέταξε το επιχείρημα ότι «ο Δημητρώφ δεν είναι η ΚΕ του ΚΚΣΕ»…

Το επιχείρημα είναι, βέβαια, αστείο. Η Κομμουνιστική Διεθνής και ο Δημητρώφ ήταν η άλλη όψη του ΚΚΣΕ, το «κανάλι» μέσω του οποίου η γραμμή της Μόσχας έφτανε στα κατά τόπους ΚΚ.

(…) Με βαρειά καρδιά υπέγραψαν οι Σιάντος -Παρτσαλίδης. Όμως αυτό δεν τους απαλλάσσει από τις ιστορικές ευθύνες τους. Όχι βέβαια γιατί δέχτηκαν να παραδώσουν τα όπλα. Αλλά γιατί μαζί με τα όπλα παρέδωσαν και τους αγωνιστές. Το άρθρο 3 της συμφωνίας με το οποίο αμνηστεύονται οι ηθικοί αλλά όχι και οι φυσικοί αυτουργοί, αποτελεί μνημείο αμοραλισμού και αναισχυντίας. Με το άρθρο αυτό οι ηγέτες του ΚΚΕ φροντίζουν να αμνηστεύσουν τον εαυτό τους, εγκαταλείποντας απλούς μαχητές στην εκδικητική μανία του αντιπάλου. Δεν υπάρχει, οπωσδήποτε, παρόμοιο προηγούμενο όχι μόνο στην ελληνική αλλά και στην παγκόσμια ιστορία. (…)

Πολλές επικρίσεις διατυπώθηκαν κατά καιρούς από ιστορικούς ερευνητές της Αριστεράς για την υπογραφή της συμφωνίας. Υποστηρίχθηκε ότι με κανένα τρόπο δεν έπρεπε να υπογραφεί η συμφωνία, δεν έπρεπε να παραδοθούν τα όπλα. Οι επικριτές αγνοούν ή παραγνωρίζουν μερικές στοιχειώδεις αλήθειες. Πρώτον, την Συμφωνία της Μόσχας του Οκτώβρη 1944, βάσει της οποίας η Ελλάδα είχε εκχωρηθεί στους Άγγλους. Οι Άγγλοι είχαν πληρώσει βαρύ τίμημα για να κρατήσουν την Ελλάδα και ήταν αποφασισμένοι να την κρατήσουν πάση θυσία. Δεύτερον, την απόλυτη και άνευ όρων υποταγή των ηγετών του ΚΚΕ στις εντολές και οδηγίες της Μόσχας. Υποταγή που στηριζόταν στην ακράδαντη πεποίθηση ότι αυτό που αποφάσιζε το Κρεμλίνο ήταν προς το συμφέρον της παγκόσμιας επανάστασης και συνεπώς -σε τελευταία ανάλυση- προς το συμφέρον του Ελληνικού Λαού. Και, τρίτον, την τυφλή και απεριόριστη εμπιστοσύνη των μελών και στελεχών του κόμματος στη «σοφία» και στο «αλάθητο» των ηγετών του ΚΚΕ. Αυτοί ήταν που το μικρό και διαλυμένο Κόμμα του ’40 το είχαν μεταβάλει στο μαζικό και πανίσχυρο ΚΚΕ. Αυτοί είχαν οδηγήσει στο Έπος της Αντίστασης, αυτοί είχαν δημιουργήσει το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Αυτοί, και μετά τον Δεκέμβρη και μετά τη Βάρκιζα, θα μας οδηγούσαν τελικά στο θρίαμβο και στη δόξα…

Έτσι πιστεύαμε τότε εμείς, οι πολλοί. Ας βγάλουμε το καπέλο σε κείνους που από τότε έβλεπαν και καταλάβαιναν. Ήταν, όμως, τόσο λίγοι και τόσο ανίσχυροι… Από τη στιγμή που οι Σοβιετικοί έκριναν ότι αρκετά τράβηξαν το σκοινί το Δεκέμβρη, τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να αποτρέψει τη Βάρκιζα. Κάθε απόπειρα διαφωνίας και, πολύ περισσότερο, ανταρσίας, ήταν καταδικασμένη. Γι’ αυτό και είχε τόσο άδοξο και τραγικό τέλος η ανταρσία του Άρη. Η υπογραφή μιας συμφωνίας ήταν αναπόφευκτη. Τα όπλα θα παραδίνονταν οπωσδήποτε. Εκείνο που δεν ήταν αναπόφευκτο ήταν η παράδοση των αγωνιστών που, «ελαφρά τη καρδία», υπόγραψαν οι Σιάντος – Παρτσαλίδης.

Οι Σοβιετικοί, ενόψει της Γιάλτας και θέλοντας προφανώς να δώσουν δείγματα καλής συμπεριφοράς στους Δυτικούς, έδωσαν εντολή να υπογραφεί η συμφωνία, να παραδοθούν τα όπλα. Και δεν είναι βέβαια τυχαίο το ότι η Συμφωνία της Βάρκιζας συνέπεσε με τη Διάσκεψη της Γιάλτας. Οι Σιάντος – Παρτσαλίδης, στη βιασύνη τους να εκτελέσουν αυτή την εντολή, έσπευσαν να υπογράψουν και το άρθρο 3, στέλνοντας στο σφαγείο χιλιάδες αγωνιστές. Και έσπευσε ταυτόχρονα ο Σιάντος να κάνει τις τραγελαφικές εκείνες δηλώσεις…

Δεν ήταν όμως ο Σιάντος που μιλούσε. Με το στόμα του Σιάντου μιλούσαν οι Σοβιετικοί. Ήταν μία διαβεβαίωση, μία υπόσχεση στους Άγγλους ότι ο Δεκέμβρης έληξε οριστικά, ότι η μοιρασιά που έγινε στη Μόσχα τον Οκτώβρη του ’44 εξακολουθούσε να ισχύει…

Λογικά, και με βάση την αρχή της κριτικής και αυτοκριτικής, έπρεπε να λογοδοτήσουν οι ένοχοι, να επιβληθούν κυρώσεις γι’ αυτή την ανείπωτη τραγωδία. Δεν έγινε απολύτως τίποτα.

Ο Ζαχαριάδης, που γύρισε το Μάη του 1945 απ’ τα γερμανικά στρατόπεδα, αντί, ως ώφειλε και είχε κάθε δικαίωμα, να καταγγείλει τους ενόχους και να ζητήσει την παραδειγματική τιμωρία τους, βάζει ταφόπετρα σ’ όλη την ιστορία δηλώνοντας: «Θα ‘ταν τεράστιο λάθος και ματαιοπονία να ψάχνουμε να βρούμε λάθη σ’ ένα τεράστιο κίνημα σαν το κίνημα της Εθνικής μας Αντίστασης». (…)

Οι «άνωθεν» εντολές είναι, προφανώς, «μη θίγετε τα κακώς κείμενα», και ο Ζαχαριάδης σπεύδει να συμμορφωθεί. Οι Σιάντος – Ιωαννίδης και Σία όχι μόνο απαλλάσσονται πανηγυρικά, αλλά στο 7ο Συνέδριο του κόμματος, τον Σεπτέμβρη του 1945, εκλέγονται με δόξα και τιμή, πλάι στο Ζαχαριάδη, ηγέτες του ΚΚΕ. (…)

Ο Εμφύλιος

(…) Γεγονός, πάντως, είναι πως ο Εμφύλιος ήταν μέσα στα σχέδια και τις προοπτικές του ΚΚΕ και του Στάλιν. Γι’ αυτό και οι Σιάντος – Ιωαννίδης, κατά παράβαση της Συμφωνίας της Βάρκιζας, έκρυψαν τον περισσότερο και καλύτερο οπλισμό του ΕΛΑΣ και έστειλαν στο Μπούλκες 5.000 μαχητικά και αφοσιωμένα στελέχη του. Πράξεις και οι δύο με βαρύνουσα σημασία, που ασφαλώς δεν θα αποτολμούσαν οι ηγέτες του ΚΚΕ χωρίς την έγκριση ή την υπόδειξη των Σοβιετικών. Όπως και να ναι, ένα είναι βέβαιο: Ο εμφύλιος πόλεμος με τις διεθνείς προεκτάσεις του στις συνθήκες του ψυχρού πολέμου που μαινόταν την εποχή εκείνη, ήταν πάρα πολύ σοβαρή υπόθεση για να αφεθεί στην πρωτοβουλία και τη δικαιοδοσία του Ζαχαριάδη και του Ιωαννίδη. Αυτό, άλλωστε, σαφώς προκύπτει, τόσο από τις ομολογίες των κορυφαίων πρωταγωνιστών Γούσια, Βλαντά, Μπαρτζώτα, όσο και από τα επίσημα άρχεία του ΚΚΕ, ένα μέρος των οποίων έφερε στη δημοσιότητα η «Αυγή» το Δεκέμβρη 1979 – Γενάρη 1980.

Για αρκετά χρόνια η επίσημη εκδοχή του ΚΚΕ ήταν πως τον εμφύλιο μας τον επέβαλλαν οι Άγγλοι και η Δεξιά με τον μονόπλευρο εμφύλιο πόλεμο που είχαν εξαπολύσει αμέσως μετά τη Βάρκιζα. Το επιχείρημα δεν ήταν βέβαια και τόσο πειστικό, ήταν όμως το μόνο που είχε κάποια αληθοφάνεια…

Γεγονός είναι πως μετά τη Βάρκιζα εξαπολύθηκε μία εκδικητική τρομοκρατία, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, όχι όμως σε σημείο που να καθιστά αναπόφευκτο τον εμφύλιο. Την αλήθεια άλλωστε αυτή έρχεται να αναγνωρίσει η 6η Ολομέλεια του ΚΚΕ, το 1956, δεχόμενη ότι ο εμφύλιος δεν ήταν αναπόφευκτος, ότι οι μάζες δεν είχαν πειστεί για την αναγκαιότητά του και ότι καθοριστικό λάθος που οδήγησε στον εμφύλιο ήταν η αποχή από τις εκλογές του 1946.

Ο Β. Μπαρτζώτας, ο έγκυρος ιστορικός του ΚΚΕ, στο βιβλίο του «Ο αγώνας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας», σελ. 25, γράφει:

«Στα 1946 υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις της κοινωνικής κρίσης στην Ελλάδα που εξελίσσονταν γρήγορα σε επαναστατική κρίση. Αυτό έδειξαν οι μεγάλες συγκεντρώσεις στον “Παναθηναϊκό” της Αθήνας με 300 και 400 χιλ. Λαού, της Θεσσαλονίκης με 100.000 Λαού και οι μεγάλες συγκεντρώσεις σ’ όλες τις πόλεις της Ελλάδας, το 8ο Πανελλαδικό Συνέδριο της ΓΣΕΕ, το Πανελλαδικό Συνέδριο του ΑΚΕ, το 1ο Πανελλαδικό Συνέδριο των Δημοκρατικών Συλλόγων, το 1ο Πανελλαδικό Συνέδριο των Γυναικών, το μεγάλο μαζικό λαϊκό κίνημα κ.τ.λ. κ.τ.λ. Είχαμε καταχτήσει την πλειοψηφία της εργατικής τάξης και πραγματοποιήσει την εργατοαγροτική συμμαχία…».

Οργασμός, λοιπόν, μετά τη Βάρκιζα, πολιτικής και οργανωτικής δουλειάς του ΚΚΕ που κορυφώνεται με το 7ο Συνέδριο το Σεπτέμβρη του 1945 και, φυσικά, δεν συμβιβάζεται με τη θεωρία του «μονόπλευρου εμφυλίου» που κατέστησε, τάχα, αναπόφευκτο τον εμφύλιο πόλεμο.

Είναι βέβαιο ότι με μία κατάλληλη πολιτική, το κύμα των αντεκδικήσεων που ήταν επόμενο να ξεσπάσει μετά τις ακρότητες στην Κατοχή και ιδιαίτερα στα Δεκεμβριανά, σιγά-σιγά θα έπεφτε ώσπου θα έσβηνε τελειωτικά, αφήνοντας ελεύθερο το δρόμο για μία ομαλή δημοκρατική πορεία.

Άγγλοι

Υπάρχει, όμως, και ένα ερώτημα, που ακριβώς επειδή μένει αναπάντητο, σαρώνει οριστικά τη θεωρία του «μονόπλευρου». Γιατί αυτή η μανία των Άγγλων να μας σπρώξουν στον εμφύλιο; Τι θα κέρδιζαν; Με τις συμφωνίες της Μόσχας τον Οκτώβρη του ’44 και της Γιάλτας το Φλεβάρη του ’45 η Ελλάδα είχε εκχωρηθεί οριστικά στους Δυτικούς. Το ΚΚΕ είχε υποστεί μία στρατιωτική ήττα το Δεκέμβρη, τα όπλα είχαν παραδοθεί. Το κράτος της Δεξιάς με την αμέριστη βοήθεια των Άγγλων στέριωνε και δυνάμωνε και συγκροτούσε ταχύτατα το δυναμικό του στήριγμα, τον « Εθνικό Στρατό». Είναι φανερό πως ο χρόνος δούλευε για τους Άγγλους και τη Δεξιά. Γιατί, λοιπόν, θα έσπρωχναν στον εμφύλιο; Ο εμφύλιος στοίχισε ακριβά όχι μόνο στον ελληνικό λαό σε αίμα και δάκρυα και καταστροφές. Κόστισε ακριβά και στους Άγγλους και αργότερα και στους Αμερικανούς και σε δολλάρια και σε γόητρο, αφού οι Σοβιετικοί μπορούσαν να τους κατηγορούν σε όλο τον κόσμο ότι «επεμβαίνουν βάναυσα στην Ελλάδα και προσπαθούν να καθυποτάξουν τον ηρωικό και φιλελεύθερο Ελληνικό Λαό». Γιατί, λοιπόν, θα έμπαιναν σ’ αυτή την περιπέτεια Άγγλοι και Αμερικανοί;

Η απάντηση που δίνεται είναι ότι ήθελαν να συντρίψουν οριστικά το ΚΚΕ γιατί ήταν ισχυρό και γιατί τους δημιουργούσε προβλήματα. Αλλά και σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης υπήρχαν ισχυρά ΚΚ την εποχή εκείνη, όπως στο Βέλγιο, στη Γαλλία και στην Ιταλία. Γιατί δεν έγινε εμφύλιος πόλεμος σε καμμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα; Και γιατί έγινε μόνο στην Ελλάδα; Το ερώτημα είναι αναπάντητο για όσους δεν μπορούν ή δεν θέλουν να απαντήσουν. Για κείνους που θέλουν να βλέπουν κατάματα την αλήθεια, η λογική απάντηση είναι μία: Ο εμφύλιος πόλεμος ξέσπασε στην πατρίδα μας γιατί έτσι αποφάσισε ο Στάλιν. Και οι ηγέτες του ΚΚΕ, πιστοί στην αρχή του «προλεταριακού διεθνισμού», στην αρχή δηλαδή ότι το ΚΚΣΕ ως ηγετική δύναμη του παγκόσμιου προλεταριάτου αποφασίζει και τα άλλα ΚΚ εκτελούν, έσπευσαν να εκτελέσουν κι αυτή την απόφαση, όχι μόνο αγόγγυστα, αλλά και με υπερηφάνεια γιατί είχαν τη «μεγάλη τιμή» να τους ανατεθεί αυτή η ειδική αποστολή.

Γι’ αυτό και όταν ηττημένοι κατέφυγαν στις ανατολικές χώρες ο Στάλιν τους υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες, ενώ αν είχαν παρακούσει και στο παραμικρό τις εντολές του θα τους έτρωγε μαύρο φίδι…

Γι’ αυτό και ο Ζαχαριάδης αρκέστηκε να δηλώσει με σεμνότητα, όπως ταιριάζει στους κομμουνιστές: « Εκπληρώσαμε το διεθνιστικό μας χρέος…».

Πότε;

Σχετικά με τον εμφύλιο, αναπάντητα παραμένουν μέχρι σήμερα ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα. Είναι βέβαιο πως οι ηγέτες του ΚΚΕ δεν θα τα θέσουν ποτέ και δεν θα επιχειρήσουν ποτέ να δώσουν μία σαφή και πειστική απάντηση. Γιατί είναι ερωτήματα που καίνε. Ας τα δούμε ένα – ένα:

Ερώτημα πρώτο: Πότε ακριβώς πάρθηκε η απόφαση για εμφύλιο πόλεμο;

Λέγεται και πιστεύεται γενικά πως η απόφαση πάρθηκε στη δεύτερη Ολομέλεια το Φλεβάρη του 1946. Πρόκειται για ανακρίβεια. Όπως ομολογούν και αρκετοί απ’ αυτούς που πήραν μέλος, καμμιά τέτοια απόφαση δεν πάρθηκε στην δεύτερη Ολομέλεια. Απλώς, στο περιθώριο των εργασιών της, πραγματοποιήθηκε μία πολιτικοστρατιωτική σύσκεψη στην οποία πήραν μέρος οι γραμματείς των Περιοχών και ορισμένα στρατιωτικά στελέχη. Στη σύσκεψη αυτή, που κράτησε όλο κι όλο μία ώρα και στην οποία τέθηκε κατ’ αρχήν το ερώτημα, κλήθηκαν οι παριστάμενοι να διατυπώσουν σε συντομία τη γνώμη τους για το ενδεχόμενο ένοπλης σύγκρουσης.

Διατυπώθηκαν διάφορες απόψεις, μεταξύ των οποίων και η αφθάστου επιπολαιότητος, να επιχειρηθεί πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας με ταυτόχρονη εξέγερση στις πόλεις και στις στρατιωτικές μονάδες. Τώρα, πως ήταν δυνατόν να πετύχει ένα τέτοιο πραξικόπημα με πρόσφατη την ήττα του Δεκέμβρη, το λαό αφοπλισμένο, το κράτος πάνοπλο και τους Άγγλους έτοιμους να επέμβουν με όλα τα μέσα, μόνο εξημμένες κεφαλές μπορούσαν να το διανοηθούν. Και νιώθει κανείς βαθύτατη θλίψη και μελαγχολία αναλογιζόμενος τη διανοητική ανεπάρκεια και την επιπολαιότητα των ανθρώπων που την εποχή εκείνη αποτελούσαν το «ηγετικό απαράτ» του κόμματος.

Γεγονός πάντως είναι πως στη δεύτερη Ολομέλεια δεν πάρθηκε καμμιά συγκεκριμένη απόφαση για τον εμφύλιο. Το όλο θέμα αφέθηκε «φλου». Βλέποντας και κάνοντας. Άλλωστε οι μετέχοντες στη δεύτερη Ολομέλεια δεν είχαν καμμιά αξίωση να συζητήσουν υπεύθυνα και κυριαρχικά για τον εμφύλιο. Καταλάβαιναν πως το θέμα ήταν πολύ σοβαρό για να αφεθεί στη δική τους αρμοδιότητα. Ήταν «αλλουνού παπά βαγγέλιο…». Γι’ αυτό και δεν το συζήτησαν, όπως δεν συζήτησαν και για τον Δεκέμβρη. Κι όπως το Δεκέμβρη έτσι και τώρα, το κίνημα θα μπει στο σφαγείο χωρίς να υπάρχει μία έστω και τυπική απόφαση ενός κάποιου κομματικού οργάνου. Και μόνο στην τρίτη Ολομέλεια, το Σεπτέμβρη του 1947, το θέμα θα τεθεί συγκεκριμένα και θα παρθούν συγκεκριμένες αποφάσεις, έστω και «κατόπιν εορτής», όπως δέχονται οι εκ των πρωταγωνιστών Βλαντάς, Μπαρτζώτας και Γούσιας.

Όπως οι Σιάντος – Ιωαννίδης το Δεκέμβρη, έτσι και ο Ζαχαριάδης τώρα θα μπορεί ελεύθερα να προχωρεί στους όποιους χειρισμούς χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανένα, ακολουθώντας μόνο πιστά τις εντολές και τις οδηγίες του «καθοδηγητικού κέντρου».

Γιατί;

Ερώτημα δεύτερο: Γιατί ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος; Σε τι απέβλεπε ο Στάλιν;

Μία πρώτη απάντηση στο ερώτημα αυτό δίνει ο Βλαντάς. Στο βιβλίο του «Εμφύλιος πόλεμος», σελ. 100, δηλώνει απερίφραστα:

«Μας επιβλήθηκε (ο ανταρτοπόλεμος) από την τότε ρωσική ηγεσία, γιατί αυτή δεν ήθελε να νικήσουμε αλλά να χρησιμοποιηθεί ένας σποραδικός ανταρτοπόλεμος στην Ελλάδα προς εξυπηρέτηση ιδιοτελών ρωσικών κρατικών συμφερόντων».

Για ποιους ακριβώς λόγους εξαπέλυσαν τον εμφύλιο πόλεμο οι Σοβιετικοί; Σε τι τους εξυπηρετούσε;

Ο έγκυρος πάντοτε Μπαρτζώτας δίνει εν μέρει την απάντηση. Στο βιβλίο του «Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΕΛΛΑΔΑΣ», σελ. 126, γράφει:

«Πολύ μεγάλη είναι η σημασία του αγώνα του Δ.Σ.Ε. για τα Βαλκάνια. Ο ΔΣΕ παλεύοντας τριάμιση χρόνια με το όπλο στο χέρι για την ανεξαρτησία και τη δημοκρατία στην Ελλάδα ενάντια στην κυβέρνηση της Αθήνας και την αμερικάνικη επέμβαση, αντικειμενικά βοήθησε τις γειτονικές Λαϊκές Δημοκρατίες της Αλβανίας, της Βουλγαρίας, της Γιουγκοσλαβίας και της Ρουμανίας. Αυτό δήλωσε καθαρά στην αντιπροσωπεία του ΚΚΕ στο 6ο συνέδριο του Βουλγάρικου ΚΚ ο γίγαντας της Λειψίας, ο Γ. Δημητρώφ, Γ. Γραμ. της Κ.Δ. μέχρι την αυτοδιάλυσή της το 1943 με τα λόγια: “Δεν ξέρετε σεις οι Έλληνες κομμουνιστές, ότι παλεύοντας με το όπλο στο χέρι την κυβέρνηση της Αθήνας και τον αγγλοαμερικάνικο ιμπεριαλισμό, τι πολύτιμες υπηρεσίες προσφέρετε αντικειμενικά στις γειτονικές σας Λαϊκές Δημοκρατίες, ποια είναι η διεθνής σημασία της πάλης σας… Ίσως από σεμνότητα που πρέπει να χαρακτηρίζει τους κομμουνιστές δεν καταλαβαίνετε ή δεν μιλάτε για το ζήτημα αυτό».

Πολύτιμες λοιπόν υπηρεσίες, «αντικειμενικά» έστω, όπως επιμένει ο Μπαρτζώτας, προσέφερε ο Εμφύλιος στις Λαϊκές Δημοκρατίες, δηλαδή στους Σοβιετικούς. Με άλλα λόγια ήταν, κυρίως, μία κίνηση αντιπερισπασμού. Συγκεντρώνοντας την προσοχή και ενδιαφέρον των κυβερνήσεων και της κοινής γνώμης των δυτικών χωρών στο «Ελληνικό Πρόβλημα», μπορούσε ο Στάλιν να χωνέψει με την ησυχία του τις μεγάλες μπουκιές που κατέβασε στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πίσω από τις φλόγες του ελληνικού εμφυλίου μπορούσε απερίσπαστος να εδραιώσει και να σφιχτοδέσει την καινούργια σοβιετική αυτοκρατορία. Να ολοκληρώσει τη λαβή του στην Πολωνία και να δέσει οριστικά στο σοβιετικό άρμα την Τσεχοσλοβακία με το πραξικόπημα του 1948.

Δεν ήταν όμως αυτή η μόνη «πολύτιμη υπηρεσία» που προσέφερε ο Εμφύλιος. Εξόπλιζε ταυτόχρονα τους Σοβιετικούς με ένα πρώτης τάξεως προπαγανδιστικό όπλο. Μπορούσαν να καταγγείλουν στη διεθνή κοινή γνώμη την «επιθετική φύση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού». Τα πράγματα στην εποχή μας είναι καθαρά: Ο αρπακτικός ιμπεριαλισμός επεμβαίνει απροκάλυπτα προσπαθώντας να καθυποτάξει τα λαϊκά κινήματα. Και οι Λαοί, με τη συμπαράσταση της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών, αγωνίζονται, συχνά με το όπλο στο χέρι, για ανεξαρτησία, δημοκρατία και σοσιαλισμό. Αδιάψευστη απόδειξη ο Εμφύλιος στην Ελλάδα. Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;…

Ούτε και δω όμως τελειώνουν οι «πολύτιμες υπηρεσίες». Εύλογα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι η Ελλάδα είχε επιλεγεί την περίοδο εκείνη από τον Στάλιν ως «πεδίο δοκιμών». Στις φορτισμένες συνθήκες του ψυχρού πολέμου ο θερμός πόλεμος στην Ελλάδα ήταν κι ένα τεστ της αντοχής και της αποφασιστικότητας του αντιπάλου. Η τακτική του «βλέποντας και κάνοντας» ήταν οπωσδήποτε απόρροια των οδηγιών του Στάλιν. Ανάβουμε τη φωτιά του εμφυλίου στην Ελλάδα και μετά, ανάλογα με τις συνθήκες, ρίχνουμε λάδι ή νερό… Αυτό ακριβώς έκανε ο Στάλιν την άνοιξη του 1949. Μέσα σε είκοσι μέρες, εκτιμώντας προφανώς ότι αυτό εξυπηρετούσε τα σχέδιά του, άλλαξε δύο φορές γραμμή πλεύσης. Την πρώτη φορά έδωσε την εντολή: Σταματήστε! Και μετά νέα εντολή: Συνεχίστε!

Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, είναι αληθινό. Το αναφέρει με λεπτομέρειες ο Γούσιας. Το επιβεβαιώνει ο Παρτσαλίδης (βλ. «ΕΘΝΟΣ», 8-10-84). Και το δέχεται με τον τρόπο του κι ο Μπαρτζώτας («Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΟΥ Δ.ΣΕ.», σελ. 88).

Αξίζει να σταθούμε λίγο στο θέμα.

(σημ. καλύβας: ο Λαζαρίδης παραθέτει τις μαρτυρίες του Γούσια για τις δυο αντιφατικές εντολές του Στάλιν)

(…) Δύο είναι νομίζω τα συμπεράσματα που προκύπτουν αβίαστα. Πρώτον, η πλήρης και απόλυτη εξάρτηση και υποταγή του Ζαχαριάδη και των στενών συνεργατών του στις οδηγίες και τις εντολές του Στάλιν. Ακόμη και στις πιο αλλοπρόσαλλες και αντιφατικές. Θεωρούν εντελώς φυσικό και αυτονόητο να τις εκτελούν αναντίρρητα, έστω κι αν διαφωνούν ριζικά. Δεν τολμούν να εκφράσουν την παραμικρή διαφωνία, κάθονται μόνο και συζητούν πώς θα πραγματοποιήσουν την υποχώρηση «τεχνικά και πολιτικά»…

Βλέπουν πως η συνέχιση του πολέμου δεν έχει πια κανένα νόημα, η ήττα είναι αναπόφευκτη. Κι ωστόσο δέχονται να συνεχιστεί η άσκοπη αιματοχυσία, αφού αυτή ήταν η εντολή του Στάλιν. Υποτίθεται πως διηύθυναν τον ένοπλο αγώνα του Ελληνικού Λαού για ανεξαρτησία και σοσιαλισμό. Στην πραγματικότητα απλώς εκτελούσαν κατά γράμμα τις εντολές της Μόσχας. Έχοντας την ψευδαίσθηση ότι έτσι εκπληρώνουν το «διεθνιστικό τους χρέος»…

Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι ο Στάλιν δεν νοιαζόταν καθόλου για τη μοίρα του Ελληνικού Λαού. Κυνικός και αδίστακτος, χρησιμοποιούσε τον Εμφύλιο για την προώθηση των στόχων της εξωτερικής του πολιτικής. Τον ανοιγόκλεινε σαν φυσαρμόνικα, ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής και ανάλογα με την αντίδραση που συναντούσε. Ανιχνεύοντας κάθε στιγμή τις διαθέσεις του αντιπάλου και χαράσσοντας έτσι πιο αποτελεσματικά τη γενικώτερη στρατηγική του.

Μπορούσε να νικήσει το ΚΚΕ;

Ερώτημα τρίτο: Το ΚΚΕ ξεκινώντας τον Εμφύλιο και σε όλη τη διάρκειά του, είχε ποτέ καμιά πιθανότητα νίκης;

Η απάντηση είναι σαφής και κατηγορηματική: ΟΧΙ. Σε καμιά φάση και σε καμιά στιγμή το ΚΚΕ δεν είχε την παραμικρή πιθανότητα να νικήσει. Η αλήθεια είναι πως ο εμφύλιος πόλεμος είχε χαθεί πριν ακόμα αρχίσει. Κι όχι μόνο γιατί η Ελλάδα είχε, με επίσημες συμφωνίες και με σοβαρά ανταλλάγματα, εκχωρηθεί στους δυτικούς, που φυσικά δεν θα την άφηναν να χαθεί, όπως και δεν την άφησαν, εξαγγέλλοντας το Δόγμα Τρούμαν. Ούτε γιατί ήταν τρομερά άνισος ο συσχετισμός δυνάμεων: Κανόνια, τάνκς, ναυτικό, αεροπλάνα από τη μία, λιανοντούφεκα από την άλλη. Ανεξάντλητες εφεδρείες σε έμψυχο και άψυχο υλικό από τη μια, τρομακτική έλλειψη εφεδρειών από την άλλη. Αλλά για τον απλό και καθοριστικό λόγο ότι ο εμφύλιος πόλεμος δεν ήταν εμφύλιος αλλά, απλά και καθαρά, ξενοκίνητη ανταρσία. Μία ανταρσία που υποκινήθηκε, οργανώθηκε και συντηρήθηκε από τους Σοβιετικούς για τα δικά τους τυχοδιωκτικά σχέδια, για τα δικά τους κρατικά συμφέροντα. Μία ανταρσία ξένη και εχθρική προς το λαό και τα πραγματικά του συμφέροντα. Γι’ αυτό και ο λαός της γύρισε την πλάτη. Με την επιδεικτική αποχή του της στέρησε το λαϊκό οξυγόνο, καταδικάζοντάς την σε βέβαιο από ασφυξία θάνατο.

Την αυταπόδεικτη αυτή αλήθεια την επιβεβαιώνει ο ίδιος ο Μπαρτζώτας, ο γραμματέας της Αθήνας στην Κατοχή και τον Δεκέμβρη, ο πολιτικός επίτροπος του Δ.Σ.Ε., ο έγκυρος και σήμερα ιστορικός του κόμματος. Στο βιβλίο του «Ο Αγώνας του Δ.Σ.Ε.», σελ. 28, γράφει:

«Θυμάμαι ακόμα ότι όταν μετά τις τεράστιες συγκεντρώσεις στον “Παναθηναϊκό” με ρωτούσε ο Ζαχαριάδης πόσες μεραρχίες μπορεί να δώσει η Αθήνα, του απαντούσα: 25-30 χιλ. μαχητές, κουκουέδες και συμπαθούντες το Κόμμα…».

Και προσθέτει παρακάτω (σελ. 31), έστω κι αν αυτό το συνδέει με τη δική του απουσία από την Αθήνα, για να τονίσει τις δικές του ικανότητες:

«Κι έτσι είχαμε το θλιβερό αποτέλεσμα να βγουν από την Αθήνα στο βουνό, στα 3,5 χρόνια της δράσης του, κάπου 100 μέλη του κόμματος και ελάχιστα στελέχη του…».

Εμφύλιος πόλεμος, λοιπόν, με συμμετοχή εκατό κομμουνιστών από την Αθήνα των δύο εκατομμυρίων…

Και αφού ο Λαός δεν ήθελε να πάρει μέρος στην αδελφοκτόνο σύγκρουση, τον έβαλαν να σκοτωθεί με το ζόρι.

Όλοι όσοι έγραψαν για τον εμφύλιο πόλεμο, κι από τις δύο όχθες του ποταμού, δέχονται ότι εφαρμόσθηκε εκτεταμένα η βίαιη στρατολογία.

Αγώνας, λοιπόν, για τα ανώτερα ιδανικά της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας και του Σοσιαλισμού με βιαίως στρατολογημένους χωριάτες και χωριατοπούλες 17 και 18 χρονών που αναγκάζονται με το ζόρι να πολεμήσουν, με το ζόρι να σκοτώσουν και να σκοτωθούν…

Και μόνο για το λόγο αυτό, όλοι αυτοί οι καπετάνιοι και οι επίτροποι, οι στρατηγοί και οι ταξίαρχοι, αντί να δημοσιεύουν συγγράμματα και να καμαρώνουν για τη δράση και τα κατορθώματά τους, θα ‘πρεπε να κρύψουν το πρόσωπο από ντροπή και να κλάψουν πικρά για το αδικοχυμένο αίμα και τις συμφορές του Εμφυλίου.

Ο Στάλιν στα 1948

Μα και για έναν άλλον ακόμα λόγο ο Εμφύλιος είχε χαθεί πριν αρχίσει. Όπως αποδεικνύεται, αυτοί που τον ενέπνευσαν, τον σχεδίασαν και τον κατεύθυναν, δεν είχαν στόχο τους τη νίκη, την ανατροπή των συμφωνιών της Μόσχας και της Γιάλτας. Ήξεραν πως οι Δυτικοί είχαν πληρώσει βαρύ τίμημα για την Ελλάδα και δεν ήταν διατεθειμένοι να την εγκαταλείψουν. Ήξεραν πως ο συσχετισμός των δυνάμεων την εποχή εκείνη δεν τους ευνοούσε. Οι Αμερικανοί είχαν το μονοπώλιο της ατομικής βόμβας και με το Δόγμα Τρουμαν έδειχναν πως ήταν αποφασισμένοι να κρατήσουν οπωσδήποτε την Ελλάδα. Ο Στάλιν δεν είχε αυταπάτες. Στο βιβλίο του Τζίλας «Συνομιλίες με τον Στάλιν» αναφέρεται η παρακάτω στιχομυθία με ημερομηνία 10-2-1948:

«Στάλιν: Πιστεύετε ότι η επανάσταση στην Ελλάδα μπορεί να επιτύχει;

Καρντέλι: Ναι, αν δεν αναμιχθούν ξένες δυνάμεις και αν δεν γίνουν πολιτικά και στρατιωτικά λάθη.

Στάλιν: Πάντοτε τα “εάν” και τα “αλλά”. Όχι. Δεν υπάρχει καμμιά πιθανότης επιτυχίας. Τι νομίζετε, λοιπόν, ότι η Μεγάλη Βρεταννία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, το ισχυρότερο κράτος του κόσμου, θα μας επιτρέψουν να διακόψουμε τις συγκοινωνίες τους στη Μεσόγειο; Κουταμάρες. Και επιπλέον δεν έχουμε στόλο. Η επανάσταση πρέπει να σταματήσει μόλις αυτό θα είναι δυνατό…».

Βέβαια, αν ο Στάλιν ήταν πιο ειλικρινής, αντί του «μόλις αυτό θα είναι δυνατό», θα ‘λεγε «μόλις κρίνω ότι αυτό επιβάλλει το συμφέρον μας». Κατά τα άλλα, το κείμενο είναι σαφές. Οι Σοβιετικοί είχαν πλήρη επίγνωση της πραγματικότητας. Και δεν είχαν καμμιά διάθεση να τραβήξουν το σκοινί. Και δεν το τράβηξαν. Όπως δεν το τράβηξαν και στον αποκλεισμό του Βερολίνου.

Ήξεραν πως χωρίς μαζική οικονομική και στρατιωτική βοήθεια το ελληνικό αντάρτικο ήταν καταδικασμένο. Και τη βοήθεια αυτή δεν την έδωσαν. Αντί να στείλουν κανόνια, τανκς και αεροπλάνα, έστειλαν ασήμαντες ποσότητες ιματισμού και υγειονομικού υλικού. Ήξεραν πως χωρίς ολόπλευρη διπλωματική υποστήριξη, η υπόθεση ήταν χαμένη. Και την υποστήριξη αυτή δεν την έδωσαν. Όταν τον Δεκέμβρη του ’47 σχηματίστηκε η Κυβέρνηση του Βουνού, αντί να σπεύσουν να την αναγνωρίσουν, περιορίστηκαν σε φιλολογικές διακηρύξεις. Κι αυτές όχι από επίσημες κυβερνήσεις, αλλά από διάφορες επιτροπές και συλλόγους.

Τα ήξεραν όλα αυτά πολύ καλά. Γι’ αυτό και δεν έδωσαν τη μάχη. Φρόντισαν απλώς να συντηρήσουν τις φλόγες του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα γιά όσο διάστημα έκριναν ότι εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους.

Με ποιους όρους διεξήχθη ο Εμφύλιος από το ΚΚΕ

(…) Αλλά αφού ο εμφύλιος απέβλεπε στην εξυπηρέτηση ξένων συμφερόντων, αφού έγινε ερήμην και εις βάρος του λαού, αφού ήταν καθαρός τυχοδιωκτισμός, επόμενο ήταν να διεξαχθεί και κατά τον πιο τυχοδιωκτικό τρόπο. Ο Βλαντάς τον ονομάζει «ελεεινό τρόπο». Και δεν έχει άδικο. Θλίβεται κανείς «έως θανάτου» διαπιστώνοντας την ανικανότητα, την επιπολαιότητα και την ανευθυνότητα των ανθρώπων που κακή τη μοίρα βρέθηκαν επικεφαλής του λαϊκού κινήματος στα δίσεχτα χρόνια του εμφυλίου πολέμου. Μερικά χτυπητά παραδείγματα:

-Τραβάνε για εμφύλιο πόλεμο κι όμως εγκαταλείπουν και ουσιαστικά παραδίνουν στον εχθρό όλους τους αξιωματικούς του ΕΛΑΣ!

-Σχηματίζουν στα τέλη του ’47 την «Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση» που όμως κανείς δεν αναγνωρίζει…

-Απορρίπτουν (όπως μαρτυρούν και οι Μάρκος-Βλαντάς) ειρηνευτικές προτάσεις του Τσαλδάρη, θέτοντας ως προκαταρκτικό όρο να χαρακτηριστούν εγκληματίες πολέμου και να δικαστούν ο βασιλιάς και η κυβέρνηση της Αθήνας! (Εδώ σηκώνει όχι ένα αλλά δεκαπέντε θαυμαστικά. Για να συζητήσουν ειρηνευτικές προτάσεις του αντιπάλου, του ζητάν ν’ αυτοκτονήσει πρώτα…).

-Καταστρώνουν μεγαλεπήβολα σχέδια (π.χ. σχέδιο «Λίμνες») για την δημιουργία μεγάλων εφεδρειών, την κατάληψη μεγάλων πόλεων και την απελευθέρωση εκτεταμένων περιοχών που ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν και φυσικά δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Και το πιο αστείο στην υπόθεση είναι ότι ο Ζαχαριάδης εμφανίζει το σχέδιο «Λίμνες» ως προϊόν επιτελικής επεξεργασίας ενώ, όπως αποδεικνύεται, οι στρατιωτικοί ηγήτορες του ΔΣΕ δεν είχαν ιδέα…

-Προσπαθώντας απεγνωσμένα να πυκνώσουν, έστω και με σλαβομακεδόνες, τις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού που είχαν απελπιστικά αραιώσει από τη συνεχή αιμορραγία, ξαναζεσταίνουν το «Μακεδονικό». Αδίστακτοι και αδιάφοροι για τις συνέπειες, στην 5η Ολομέλεια το Γενάρη του 1949 διακηρύσσουν:

«Δεν πρέπει να υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι σαν αποτέλεσμα της νίκης του ΔΣΕ και της λαϊκής επανάστασης, ο μακεδονικός λαός θα βρει την πλήρη εθνική αποκατάστασή του έτσι όπως την θέλει ο ίδιος, προσφέροντας σήμερα το αίμα του για να την αποχτήσει».

Και πράγματι οι συνέπειες ήταν τραγικές. Πάγωσε ο Λαός με την ωμή και βαθύτατα αντεθνική αυτή διακήρυξη. Κι ο αντίπαλος έσπευσε φυσικά να επωφεληθεί. Στα στρατοδικεία το ερώτημα δεν είναι πια αν αποκηρύσσεις τις ιδέες σου αλλά αν συμφωνείς ή όχι με την 5η Ολομέλεια. Και δεν είναι λίγοι αυτοί που στήθηκαν στον τοίχο γιατί δεν τόλμησαν να διαφωνήσουν με την 5η Ολομέλεια. Έστω και αν κατά βάθος διαφωνούσαν…

-Καταφεύγουν σε μέτρα απελπισίας όπως η βίαιη στρατολογία και το «παιδοφύλαγμα» ή πιο απλά, το παιδομάζωμα, αν θέλουμε να λέμε τα πράγματα με το πραγματικό τους όνομα. Καθώς και στις πολιτικές δολοφονίες, που, όπως ήταν επόμενο, είχαν αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Παράδειγμα η δολοφονία του υπουργού Δικαιοσύνης Χρ. Λαδά που ως μόνο αποτέλεσμα είχε να εκτελεσθούν, σε αντίποινα, διακόσιοι πολιτικοί κρατούμενοι.

-Για να συντηρήσουν το μύθο του «αλάθητου», ψάχνουν διαρκώς για εξιλαστήρια θύματα, πασχίζουν να φορτώσουν σε άλλους τις δικές τους ευθύνες. Δεν διστάζουν μπροστά στο αίμα αθώων και εκτελούν άξια και δοκιμασμένα στελέχη του Δημ. Στρατού (Γιαννούλης, Γεωργιάδης, Τσουκόπουλος). Κι όταν νικημένοι και κυνηγημένοι εγκαταλείπουν το ελληνικό έδαφος, ανίκανοι να μιλήσουν τη γλώσσα της αλήθειας και να παραδεχτούν την ήττα, ρίχνουν το ηλίθιο σύνθημα «το όπλο παρά πόδα». Δίνοντας έτσι την δυνατότητα στον αντίπαλο να συνεχίζει τους διωγμούς και τις εκτελέσεις.

Αξιολόγηση

Για τον εμφύλιο πόλεμο έγραψαν πολλοί. Έγραψαν και στρατηγοί και πολιτικοί επίτροποι. Κανείς δεν έγραψε την αλήθεια. Είτε γιατί δεν μπόρεσαν, είτε γιατί δεν θέλησαν. Κύριο μέλημά τους να αποσείσουν τις ευθύνες και να τις επιρρίψουν σε άλλους. Για όσους θέλουν πραγματικά να γνωρίσουν το αληθινό πρόσωπο του εμφυλίου πολέμου, υπάρχει, ευτυχώς, το βιβλίο του Β. Ζεχιρλή (Γαλαξία) «Μια ζωή παρέα με τον θάνατο». Μέσα από τις γραμμές του απλού αυτού μαχητή που κάποτε, βαριά λαβωμένος, προσπαθούσε να διώξει τα όρνια καθώς ετοιμάζονταν να τον κατασπαράξουν ζωντανό, αναδύεται όλη η φρίκη, η αγριάδα και ο παραλογισμός του εμφυλίου πολέμου.

Και τα Μακρονήσια, τα βασανιστήρια, οι εκτελέσεις;

Ναι, όλ’ αυτά είναι αλήθεια και συνθέτουν μερικές από τις πιο μελανές σελίδες της σύγχρονης ιστορίας μας. Εκείνοι ωστόσο που θρηνούν για τις αγριότητες του Εμφυλίου, ας μην ξεχνούν πως ο εμφύλιος είναι πόλεμος όπως όλοι οι πόλεμοι και μάλιστα πιο σκληρός και πιο ανελέητος. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος ευθύνεται για τις αγριότητες του εμφυλίου αλλά ποιος ευθύνεται για τον ίδιο τον εμφύλιο.

Με τον εμφύλιο κλείνει ο κύκλος της ματωμένης τριλογίας. Τόσοι αγώνες και τόσο αίμα ελληνικό για ξένα συμφέροντα…

Ηττηθήκαμε και τις τρεις φορές όχι γιατί η ηγεσία του κόμματος έκανε λάθη, όχι γιατί στάθηκε ανίκανη να οδηγήσει στη νίκη. Αλλά γιατί θεωρούσε πάντοτε υπέρτατο νόμο όχι το συμφέρον της πατρίδας αλλά το συμφέρον της «παγκόσμιας επανάστασης».

Χάσαμε γιατί παίζαμε με σημαδεμένη τράπουλα και το παιχνίδι ήταν χαμένο απ’ την αρχή. Γι’ αυτό χάσαμε την εξουσία.

Και ευτυχώς που τη χάσαμε…