Η συνέντευξη του Ιάσονα Χανδρινού στην ΑΥΓΗ είναι, ίσως ένα καλό ερέθισμα για τους φίλους που ενδιαφέρονται για τις λεπτομέρειες του Εμφυλίου, για προβληματισμό και συζήτηση, σε δύο επίπεδα: ένα  γενικό (εφ’ όλης της ύλης) αλλά και ένα περισσότερο συγκεκριμένο, για την ΟΠΛΑ. Βέβαια ο Ι. Χανδρινός στη συνέντευξή του αναφέρεται αποκλειστικά στην ΟΠΛΑ της Αθήνας, αλλά αυτό δεν είναι λόγος αντίστοιχου περιορισμού της δικής μας συζήτησης.
 
*

Ιάσων Χανδρινός: Η βία της αριστεράς προέκυψε ως αντίδραση στη θεσμοποιημένη εκστρατεία εξόντωσής της

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=625008 

Η έρευνα του Ιάσονα Χανδρινού “Το τιμωρό χέρι του Λαού: Η δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατεχόμενη πρωτεύουσα 1942-1944”, πριν ακόμα βρεθεί στο τυπογραφείο των εκδόσεων «Θεμέλιο» από τις οποίες θα κυκλοφορήσει μέχρι τα τέλη του χρόνου, απέσπασε ήδη το Α’ Βραβείο του Ιδρύματος Βασιλικής και Όλγας Σταυροπούλου, η απονομή του οποίου έγινε την περασμένη Παρασκευή.

Η μελέτη της δεκαετίας του ’40 έλκει εδώ και δύο δεκαετίες το ενδιαφέρον της ιστορικής κοινότητας. Ωστόσο η ΟΠΛΑ, η πλέον άγνωστη και “καταραμένη” πτυχή του ελληνικού αντιφασιστικού αγώνα, παραμένει στο περιθώριο. Ο 26χρονος ιστορικός Ιάσονας Χανδρινός την τοποθέτησε στο επίκεντρο της έρευνάς του επιδιώκοντας να απαντήσει σε ενοχλητικά όσο και απαραίτητα πια ζητήματα. “Η βία της αριστεράς δεν προκύπτει εν κενώ αλλά απαντά σε μια οργανωμένη και θεσμοποιημένη εκστρατεία εξόντωσής της” μας εξηγεί, επισημαίνοντας παράλληλα ότι πέρα από “δαίμονες και αγγέλους την ΟΠΛΑ οφείλουμε να την αντιμετωπίσουμε πλέον ως μια αμιγώς αντιστασιακή οργάνωση”.

 

* Γιατί ασχοληθήκατε με τη δεκαετία του ’40;

Ήταν έρωτας, θα έλεγα, με την πρώτη ματιά. Το πρώτο βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου, όταν ήμουν 17 χρόνων, ήταν “Η Ελληνική Αντίσταση 1940-1944” του Ανδρέα Κέδρου. Το καταβρόχθισα αυτό το βιβλίο και θυμάμαι την οργή και την απορία μου πώς κανείς δεν αναφερόταν σ’ αυτά τα πράγματα, ούτε στο σχολικό ούτε στο οικογενειακό μου περιβάλλον. Δεν είχα ακούσει τίποτα! Το βασικό είναι ότι αυτή η δεκαετία, επί της ουσίας, με έκανε να γίνω ιστορικός.

 

* Τι ανακαλύψατε σ’ αυτή τη δεκαετία, τόσο κομβικό για τις μεγάλες σας αποφάσεις;

Βρήκα όλες τις διαμορφωτικές τομές και συνέχειες από τις οποίες προέκυψε η μορφή της σημερινής ελληνικής κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας. Αυτό που κατ’ ουσίαν αντιλήφθηκα και συνεχίζω να πιστεύω είναι πως η μεταπολεμική πορεία της Ελλάδας βασίστηκε πάνω στις εμπειρίες του πολέμου και της Κατοχής. Για δεκαετίες το πολιτικό σκηνικό θεμελιωνόταν πάνω στην απονομιμοποίηση της Εθνικής Αντίστασης, χωρίς παράλληλα να καταφέρνει να ακυρώνει τα μηνύματα που προέκυπταν απ’ αυτήν. Στην ουσία προέκυψαν δύο Ελλάδες: Η Ελλάδα της εθνικόφρονης νομιμότητας, που ακύρωνε τους αγώνες μιας ολόκληρης γενιάς, και η περιθωριοποιημένη πολιτικά Ελλάδα της “ηθικής νομιμότητας”, που προσπαθούσε να συντηρήσει την κληρονομιά του συλλογικού ήθους που εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1940-’44. Σε κάθε περίπτωση οι κραδασμοί που προκάλεσε η Κατοχή και η Αντίσταση στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας παραμένουν ορατές και σήμερα.

 

* Για την κατανόηση των πολυεπίπεδων ρήξεων που συντελέστηκαν στη δεκαετία του ’40 τι πρέπει να έχουμε υπόψη;

Η ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του ’40 ήταν μια κοινωνία ετερογενής, με ποικίλες ταξικές, πολιτισμικές και πολιτικές διαφοροποιήσεις. Η εμπειρία του πολέμου πολλαπλασίασε τα χάσματα και προκάλεσε μια αναπόφευκτη ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού. Για πρώτη φορά βγήκαν στο προσκήνιο αιτήματα ριζικών αλλαγών που θα μπορούσε κανείς να τα ανάγει στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Η νεολαία, οι γυναίκες, το κομμουνιστικό κόμμα, εξελίχθηκαν σε σχεδόν ρυθμιστικούς παράγοντες και μια γνήσια δύναμη αλλαγής του μέλλοντος της χώρας. Το γεγονός ότι η ένοπλη αντίσταση πήρε τόσο μαζικές διαστάσεις στην Ελλάδα μπορεί να εξηγηθεί μόνο μέσα από την κατανόηση της κοινωνικής πραγματικότητας εκείνης της εποχής.

 

* Σ’ αυτές τις ρήξεις μπορούμε να αναζητήσουμε εξηγήσεις για επιλογές που χαρακτήρισαν τόσο την κεντρική πολιτική σκηνή όσο και στις συλλογικές αντιλήψεις και νοοτροπίες κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο;

Μετά τον πόλεμο όλες ανεξαιρέτως οι πολιτικές δυνάμεις επιζήτησαν να προσδιοριστούν μέσα από τη διαχείριση των εμπειριών της Κατοχής και της Αντίστασης. Οι κυβερνήσεις του εμφυλίου, το “κεντρώο διάλειμμα” του ’63-’64, η χούντα των συνταγματαρχών, η τομή της μεταπολίτευσης και οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ θεμελιώθηκαν πάνω στις απαντήσεις που προσπάθησαν να δώσουν σχετικά με το τι συνέβη σ’ εκείνα τα πέτρινα χρόνια. Είτε μέσα από την άρνησή της, είτε μέσα από την αναγνώριση των ιδανικών της, η Αντίσταση παρέμεινε και παραμένει ακόμα στο επίκεντρο των συζητήσεων και του δημόσιου λόγου. Ωστόσο δεν έχουμε καταφέρει, σε αντίθεση π.χ με τη Γερμανία που “τακτοποίησε” τους λογαριασμούς της με το ένοχο παρελθόν της, να συγκροτήσουμε ένα ενιαίο “συναινετικό” μνημονικό αφήγημα. Για τους ιστορικούς, βέβαια, αυτή η πολιτικά ευαίσθητη συζήτηση είναι σχεδόν σαγηνευτική.

 

* Επειδή είναι ακόμα νέο πεδίο. Γιατί, αλήθεια, η ιστοριογραφία τώρα μόλις αρχίζει να αγγίζει αυτή την περίοδο;

Η διάχυτη ευαισθησία των Ελλήνων για ό,τι αφορά τις πρόσφατες μνήμες έχει “χρεώσει” την επιστημονική κοινότητα με ένα καθήκον που κανονικά δεν θα έπρεπε να έχει. Την επούλωση του τραύματος του Εμφυλίου. Οι τάσεις της ιστοριογραφίας προκύπτουν μέσα από μία αγχωτική, θα έλεγα, προσπάθεια νομιμοποίησης ή απονομιμοποίησης προσώπων, ομάδων, κομμάτων και επιλογών. Η ιστορική οπτική, δηλαδή, μοιάζει με ένα εκκρεμές το οποίο ακολουθεί τους παλμούς της κοινωνίας αλλά και τα κυρίαρχα πολιτικά ρεύματα. Όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε οι ιστορικοί παραμένουν σε μεγάλο βαθμό δέσμιοι μιας συλλογικής μνήμης που ξεπερνά τον βιολογικό κύκλο ζωής της γενιάς του ’40.

 

* Υπ’ αυτή την έννοια είναι πιο “εύκολη” η δουλειά της δικής σας γενιάς ιστορικών που δεν απηχεί τη βιωμένη εμπειρία.

Είναι και εύκολη και δύσκολη. Κανένας δεν μπορεί να αντισταθεί στον “πειρασμό” να επικοινωνήσει με τους εκπροσώπους αυτής της βιωμένης εμπειρίας καταγράφοντας μανιωδώς τη γραπτή και προφορική τους μαρτυρία. Από ιστοριογραφική άποψη το υλικό που έχει συγκεντρωθεί είναι τεράστιο, αλλά τεράστιος είναι και ο “πονοκέφαλος” που προκαλεί η όποια προσπάθεια κωδικοποίησης των συμπερασμάτων. Έτσι κι αλλιώς όμως το αίτημα της αντικειμενικότητας μοιραία πηγαίνει σε δεύτερη μοίρα όσο προσπαθούμε να χαρτογραφήσουμε μια κοινωνία που ουσιαστικά διαμορφώθηκε στις ακραίες συνθήκες ενός ολοκληρωτικού πολέμου. Κι όταν λέμε πόλεμο, εννοούμε μια μόνιμη κατάσταση αναταραχής που ξεκίνησε από το αλβανικό μέτωπο, συνεχίστηκε στην Κατοχή, τερματίστηκε συμβατικά το 1949, αλλά ταλάνισε την ελληνική κοινωνία τουλάχιστον μέχρι τη μεταπολίτευση.

 

* Η έρευνά σας φέρνει καινούργια στοιχεία γι’ αυτή την περίοδο;

Ασχολήθηκα με το “καυτό” θέμα της ΟΠΛΑ παρακινούμενος από τη γενικότερη συζήτηση για τη βία της αριστεράς στην Κατοχή. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια τάση επανεξέτασης και ανατροπής του σχηματικού δίπολου “καλοί αριστεροί – κακοί δεξιοί” και μέσα από τοπικές έρευνες έχει πράγματι προκύψει μια σχετικοποίηση των κινήτρων τόσο της ένοπλης αντίστασης όσο και του δωσιλογισμού στην Κατοχή, κυρίως, σε ό,τι αφορά την ύπαιθρο. Η δική μου έρευνα για την πρωτεύουσα, που παραμένει σχετικά άγνωστο πεδίο, με οδήγησε στο συμπέρασμα πως ένα γνήσιο κοινωνικό κίνημα, δηλαδή το ΕΑΜ και η ένοπλη έκφρασή του, ο ΕΛΑΣ και η ΟΠΛΑ, συγκρούστηκε μετωπικά με την απόλυτη βία των κατοχικών δυνάμεων και τον “θεσμικά” κατοχυρωμένο δωσιλογισμό των Ταγμάτων Ασφαλείας. Φαίνεται πως σε ένα ασφυκτικά κατεχόμενο περιβάλλον, όπου λειτουργούν κρατικοί θεσμοί και η στράτευση στην Αντίσταση συνεπάγεται άμεσο κίνδυνο, οι επιλογές μοιάζουν να είναι περισσότερο συνειδητές και τα στρατόπεδα περισσότερο διακριτά. Η εμπειρία της Κατοχής σε μια κατεχόμενη πόλη είναι πολύ πιο έντονη. Είναι σίγουρα διαφορετικό να κρατάει κανείς όπλο στα Άγραφα απ’ ότι στην Κυψέλη, ενώ η συνεργασία με τους Γερμανούς είναι πολυεπίπεδη, από έκδοση νόμων που εξυπηρετούν την πολεμική βιομηχανία του Γ’ Ράιχ μέχρι καταδόσεις Εβραίων και ανοιχτούς απαγχονισμούς αντιστασιακών στις συνοικίες.

 

* Υποστηρίζετε ότι η ΟΠΛΑ είναι παρεξηγημένη. Μπορεί να παρεξηγηθεί η βία;

Η ΟΠΛΑ δεν είναι απλώς παρεξηγημένη, είναι δαιμονοποιημένη. Ακροβατεί ανάμεσα στην Αντίσταση και τον Εμφύλιο. Ιστορικά το ενδιαφέρον που παρουσιάζει είναι τεράστιο, καθώς, πέρα από τις όποιες απόψεις για την πολιτική του ΚΚΕ, αποτελεί γνήσια έκφραση ενός μαζικού αντιστασιακού κινήματος που προσπαθεί να περιφρουρήσει τον εαυτό του. Είναι η ακραία έκφραση της νομιμότητας της Αντίστασης απέναντι στην Κατοχή, φαινόμενο που απαντάται σε πολλά ευρωπαϊκά αντιστασιακά κινήματα. Τις ομάδες της ΟΠΛΑ στην Αθήνα στελέχωναν τα δυναμικότερα στοιχεία των οργανώσεων του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, στη συντριπτική τους πλειοψηφία εκπρόσωποι της ΕΑΜικής γενιάς. Τα όποια συμπεράσματα για την ΟΠΛΑ δεν πρέπει να διατυπώνονται εκτός πλαισίου, δηλαδή χωρίς να λαμβάνεται υπόψη πως η βία της εποχής ήταν καταστασιακή. Η βία της αριστεράς δεν προκύπτει εν κενώ, αλλά απαντά σε μια οργανωμένη και θεσμοποιημένη εκστρατεία εξόντωσης της. Αν αυτό παράγει έναν νέο προβληματισμό, θεωρώ τη “συνεισφορά” μου επιτυχημένη”.

 

* Υπάρχουν περιστατικά από τη δράση της που σας εξέπληξαν;

Η ΟΠΛΑ ακολουθούσε τακτικές «αντάρτικου πόλεων». Είχε εκτεταμένα δίκτυα πληροφοριών ακόμα και μέσα στην Ασφάλεια. Βρήκα πλήθος περιστατικών που θυμίζουν κινηματογραφική ταινία. Θα ανέφερα χαρακτηριστικά την εκτέλεση του αρχηγού της Ειδικής Ασφάλειας Πειραιά, γιατρού Σήφη Βαρδινογιάννη, τον οποίο σκότωσε μια ομάδα ντυμένη με γερμανικές στολές ως «αντίποινα» για το Μπλόκο της Κοκκινιάς.

 

About these ads