Φωτογραφία: solodkin dmitriy http://500px.com/photo/21305

Με το Θωμά δουλεύουμε χρόνια μαζί. Κάθε χρόνο με καλεί στη γιορτή του, στο χωριό. Έλα, γιατρέ, θάχει και κεμετζέν. Φέτος ντράπηκα να ξαναπώ θα δούμε κι είπα θάρθω.

Φτάσαμε με τη γυναίκα μου στο χωριό, λίγα χιλιόμετρα έξω απ’ το Κιλκίς, αλλά στο σπίτι του Θωμά δεν ήταν κανένας. Θα ‘ναι στα μνήματα. Ωραία, πάμε.

Τα μνήματα είναι σ’ ένα όμορφο λοφάκι, αντίκρυ στο χωριό. Γεμάτα κόσμο. Δυο παπάδες έψελναν με τη σειρά, τρεις λύρες έπαιζαν εδώ κι εκεί. Οι γυναίκες κερνούσαν γλυκά, ψωμάκια και μεζέδες, οι άντρες τσίπουρο και κρασί. Εντόπισα το Θωμά και προχωρήσαμε προς το μέρος του. Μας καλωσόρισε, αλλά έμοιαζε ζεματισμένος. Ο πάππος. Ε, τι έπαθε ο πάππος; Ρεζίλ’ εγέντουνε, εκατό χρονών άνθρωπος…

Τον είδα τον πάππο- Θωμά, δυο μνήματα παρακεί. Ένα μνημείο του χρόνου. Φορούσε τραγιάσκα, μουρμούριζε λόγια ακατάληπτα σε μένα και έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια του. Ο εγγονός Θωμάς τον πλησίασε και τον έπιασε με τα δυο του χέρια. Έλα παππού, να πηγαίνομε. Φτάνει τόσο… Ο παππούς υπάκουσε και ακολούθησε ειρηνικά. Τότε είδα δυο ονόματα στον τάφο που στεκόταν: Ανάργυρος, ετών 36, 4 Νοεμβρίου 1944. Τιμόκλεια, ετών 92, 8 Αυγούστου 2007. Τότε κατάλαβα τη φούρια του εγγονού Θωμά, αλλά και τα τελευταία λόγια του πάππου Θωμά. Τιμόκλη, φέτος να σμίγουμε ξανά.

*

Εκείνο το φθινόπωρο ήταν άγριο. Όχι γιατί χάλασε ο καιρός νωρίς, ο καιρός πήγαινε με τα συνηθισμένα του. Άγρια και ξαφνικά ήταν τα φερσίματα των ανθρώπων. Η Τιμόκλεια δεν έδινε μεγάλη σημασία, είχε το δικό της ντέρτι.

Πρωτομηνιά ήταν, του Νοέμβρη. Στο χωριό δε σταματούσαν τα σούρτα φέρτα, οι αγριοφωνάρες των αντρών, τα πνιχτά κλάματα των γυναικών. Οι Γερμανοί είχαν φύγει. Οι πρόσφυγες ετοιμαζόντουσαν να ξεκαθαρίσουν τους δικούς τους λογαριασμούς.

Η Τιμόκλεια δε νοιαζόταν για τον άντρα της. Νοιαζόταν για το Θωμά. Και οι δυο είχαν πάρει όπλα και οι δύο είχαν «εκτεθεί» – χωρίς να έχουν κάνει τίποτα παραπανίσιο. Περισσότερο είχε φανεί ο Θωμάς. Και τώρα τους καλούσαν όλους να πάνε να κλειστούν στο Κιλκίς, για να αντισταθούν στους κομμουνιστές.

«Κοίτα κακομοίρη μου μη το κουνήσεις απ’ το χωριό… άσε τους παλαβούς  να τρέχουν…». Ο Θωμάς άνοιξε το στόμα να φέρει αντίρρηση, αλλά η Τιμόκλη κόλλησε πάνω του. Άνοιξε ολόκληρη, κορμί ψυχή ν’ αχνίζουν, τον έκλεισε μέσα της, τον φυλάκισε. Ο Θωμάς δεν εμφανίστηκε στην πλατεία το μεσημέρι, όπως ήταν η συμφωνία, για να ξεκινήσουν όλοι μαζί.

Εκεί ήταν το υπόλοιπο χωριό. Με τα πόδια θα πήγαιναν, κάτι παραπάνω από δυο ώρες δρόμος είναι το Κιλκίς. Ένα τίποτα για τους σκληραγωγημένους πρόσφυγες. Οι άντρες αρματωμένοι, οι γυναίκες να τους δίνουν το σακούλι με τα προσφάγια, τα παιδιά να χοροπηδάνε ενθουσιασμένα.

«Φεύγω Τιμόκλη…» είπε ο Ανάργυρος «το νου σου στα παιδιά και το σπίτι!». Η Τιμόκλη κάτι μουρμούρισε, ο Ανάργυρος έσκυψε προς το μέρος της σα να ήθελε να τη φιλήσει, αλλά κρατήθηκε. Τέτοιες οικειότητες μπροστά σε κόσμο δεν τις συνήθιζαν τα αντρόγυνα. Τελικά ο Ανάργυρος αγκάλιασε τις κόρες του, μικρές και κλαψιάρες και οι τρεις. Πριν το καταλάβουν, χωρίστηκαν.

Οι επόμενες μέρες ήταν ο μήνας του μέλιτος για το παράνομο ζευγάρι. Η Τιμόκλεια έστελνε τις κόρες της στη μάνα της, στην άλλη άκρη του χωριού, τάχα για να μην τις έχει στα πόδια της, στις δουλειές της. Και ο Θωμάς υποτίθεται ότι κρυβόταν, για να μη τον βρει ο ΕΛΑΣ. Εν μέρει σωστό, αλλά κρυβόταν κατά απόλυτη προτίμηση εκεί που βρισκόταν η Τιμόκλη.

Ένα χρόνο τώρα τραβούσε η ιστορία. Παραπάνω από χρόνο, γιατί έσπαζαν ακόμα καπνά στα χωράφια, όταν τα έφτιαξαν. Σχεδόν χωρίς να πουν κουβέντα. Κοιταζόντουσαν μονάχα οι δυο τους και έπαιρναν φωτιά. Ώσπου ένα ξημέρωμα, με τ’ αστέρια ακόμα ψηλά, ο  Θωμάς άπλωσε το χέρι του και  την άγγιξε στον ώμο. Κι αυτή, αντί να τραβηχτεί, έπεσε πάνω του κι έσμιξαν για πρώτη φορά εκεί, πάνω στο χώμα, ανάμεσα στα πυκνά πράσινα φύλλα.

Ποτέ δεν είχαν χρόνο. Λίγα λεπτά, λίγη ώρα κάθε φορά, στα κλεφτά. Οι παρέες τους στα χωράφια ήταν πάντοτε λίγα μέτρα παρακεί. Κι όταν χειμώνιασε και άρχισαν να βρίσκονται στο χωριό, οι δυσκολίες ήταν ακόμα περισσότερες, καθώς τα σπίτια και τα παράσπιτα και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με παιδιά και γυναικομάνι. Αλλά, τίποτα δε μπορούσε να τους κρατήσει μακριά. Ο Θωμάς τρύπωνε στον αχυρώνα, ακριβώς αποκάτω από το σπίτι της Τιμόκλειας και κείνη κατέβαινε, τάχα να ταΐσει τα κτήνη. Εκεί, στο στεγνό κομμάτι με τα άχυρα, έσμιξαν αμέτρητες φορές, με τον πόθο να ξαναφουντώνει αμέσως μόλις έσβηνε, ακόμα πιο δυνατός, αλλά χωρίς άλλο. Άλλες φορές βρισκόντουσαν στο εκκλησάκι του Αγίου Ευγενίου, έξω από το χωριό, με φοβερές τύψεις, γιατί και οι δυο τους ήταν θεοσεβούμενοι. Αλλά, τις περισσότερες φορές έσμιγαν στα χωράφια, ολιγόλεπτοι δραπέτες από την ίδια τους τη ζωή.

Κι όμως, για πολύν καιρό κανένας δεν τους μυρίστηκε – εκτός από την Σοφία. Η γυναίκα του Θωμά, είχε καταλάβει τα πάντα, εδώ και καιρό, αλλά τι να πει; Τα κατάπινε και περίμενε. Συλλογιζόταν μονάχα τι μάγια είχε κάνει αυτή η σκύλα στον άντρα της. Γιατί, κάνοντας τις συγκρίσεις, εκείνη ήταν και πιο νέα και πιο ψηλή και πιο όμορφη. Και του είχε κάνει και δυο αγόρια. Μια μέρα κόντεψε να τρελαθεί όταν είδε με τα μάτια της το Θωμά να πετάει σ’ ένα φράχτη το φαΐ που του είχε βάλει για το χωράφι. Δε θα έμενε νηστικός βέβαια, θα έτρωγε το φαγητό αυτηνής. Και όχι μονάχα το φαγητό της… Γιατί και στο κρεβάτι, μήνες τώρα ο Θωμάς δεν την είχε αγγίξει. Αλλά που να τα πει αυτά, τα ανήκουστα; Τα έλεγε μονάχα στην Παναγία, σιωπηλά, κάθε Κυριακή και σε κάθε άλλη περίσταση που πήγαινε στην εκκλησία. Αλλά, κι από κει φως δεν έβλεπε. Και, τελευταία, άρχισαν να φτάνουν στ’ αυτιά της τα κουτσομπολιά. Εικασίες, γιατί κανένας δεν είχε υπάρξει αυτόπτης. Αλλά το μυστικό παραήταν μεγάλο για να κρατηθεί επ’ αόριστον μυστικό… Κι αν δεν ήταν τότε τα πολιτικά, ο μεγάλος πόλεμος ανάμεσα στις δυο ένοπλες παρατάξεις και τα φονικά και ο φόβος και η αγωνία για το τι θα ξημερώσει, θα τους είχαν γράψει οι εφημερίδες από καιρό. Αλλά η ματωμένη σκόνη της εποχής άφηνε ακόμα και τέτοιες υποψίες ανεξερεύνητες, στο σκοτάδι.

Ο Θωμάς πέρασε αμέσως μόλις  έφυγαν οι άλλοι για το Κιλκίς, από το στάβλο στο κρεβάτι της Τιμόκλης. Εκεί, για πρώτη φορά, έσμιξαν με την άνεσή τους. Με το όπλο και τις γεμιστήρες από δίπλα, με έτοιμη τη διαφυγή και μελετημένη την απόκρυψη στην παραμικρή εμφάνιση κάποιου ελασίτικου αποσπάσματος ή καμιάς γειτόνισσας. Με υφαντά σεντόνια κάτω από τα κορμιά τους, αντί για χώμα ή άχυρα. Και με τη δυνατότητα, καθώς για πρώτη φορά έβλεπαν ο ένας τον άλλον χωρίς τα χωριατόρουχα, να σβήνουν και να ξανασβήνουν τον πόθο, κατά βούληση.

Κάποιες φορές αναρωτήθηκαν για το αύριο, αλλά απάντηση δεν υπήρχε. Δεν τολμούσε κανένας από τους δυο τους να σκεφτεί φωναχτά αυτό που έλεγε και ξανάλεγε από μέσα του: κι αν ο Ανάργυρος δε γυρίσει; Κανείς τους δεν πρότεινε να παρατήσουν τα παιδιά και τα σπίτια τους και να φύγουν, για Θεσσαλονίκη ή Αθήνα. Ούτε η Τιμόκλη ούτε ο Θωμάς θα άφηναν ποτέ τα παιδιά τους, ταγμένοι στον αταβιστικό νόμο του καθήκοντος. Έβλεπαν ότι η μοναδική πραγματική λύση θα ήταν να σταματήσουν. Αλλά αυτό δεν ήταν λύση, ήταν θάνατος.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε το παράνομο ερωτικό συναπάντεμα. Τα ξημερώματα της 4ης Νοεμβρίου το χωριό ξύπνησε από υπόκωφα μπουμπουνητά, που ερχόντουσαν από τη μεριά του Κιλκίς. Ντύσου και φύγε, είπε η Τιμόκλη και έτρεξε στης μάνας της, να βρει τις θυγατέρες της. Κι ο Θωμάς πέρασε από το σπίτι του. Είμαι καλά, Τσόφα, είπε στη γυναίκα του. Θα κρύβομαι πάνω, στο λόγγο. Όποιος με ζητήσει θα λες πήγε στο κυνήγι.

Η μάχη ακουγόταν στο χωριό ώρες πολλές. Κάποτε ησύχασε. Τρεις μέρες μετά έφεραν τους έντεκα σκοτωμένους του χωριού όλους μαζί, στην καρότσα ενός  φορτηγού που διέθεσε ο ΕΛΑΣ. Όλο το χωριό ήταν στην κηδεία και έκλαιγε – και οι πολιτικά αντίθετοι, γιατί οι νεκροί ήταν λίγο πολύ συγγενείς τους, γείτονές τους, παιδικοί φίλοι. Εκτός από το Θωμά, ο οποίος είχε γίνει άφαντος. Και η Τιμόκλη ήταν εκεί, με τα τρία κορίτσια της στα μαύρα. Ο πληθυσμός του νεκροταφείου διπλασιάστηκε, σχεδόν, σε μια μέρα.

Το Θωμά τον αναζητούσε επίμονα ο ΕΛΑΣ, αλλά εκείνος κατάφερε να συναντήσει μια μεγάλη ομάδα της δικής του παράταξης, που δεν είχε μπει στο Κιλκίς, αλλά έμεινε στα βουνά και έτσι δεν τον βρήκαν. Στο χωριό επέστρεψε λίγους μήνες πιο ύστερα, μετά τη Βάρκιζα.

Μετά το σπίτι του, διακριτικά αλλά χωρίς να κρύβεται, πήγε ως το σπίτι της Τιμόκλης, για τα συλλυπητήρια. Είχε μαζί του και τα δυο αγόρια του, τα οποία όμως έμειναν στο δρόμο για παιγνίδι.

Η Τιμόκλη φούρνιζε ψωμί όταν τον είδε. Στα μαύρα, με το μαντίλι δεμένο σφιχτά στο κεφάλι. Δε σταμάτησε τη δουλειά της. Εκείνος δε μπορούσε να πει κουβέντα. Φύγε, του είπε ήσυχα. Τελείωσε… Ο Θωμάς κατάλαβε και έφυγε.

Έζησαν στο ίδιο χωριό τις επόμενες δεκαετίες. Τα σπίτια τους ήταν γειτονιά, αλλά ελάχιστες φορές συναντήθηκαν και ποτέ μόνοι. Ο Θωμάς επιζητούσε για πολλά χρόνια να ξανασμίξουν, αλλά μάταια. Η Τιμόκλεια δεν άφησε κανένα περιθώριο. Ούτε καν του εξήγησε. Δεν του είπε τίποτα για τα όνειρα που έβλεπε, ούτε για την αποβολή που είχε, λίγες μέρες μετά την κηδεία του Ανάργυρου. Αφοσιώθηκε στις κόρες της, τις μικροπάντρεψε, απόχτησε γρήγορα εγγόνια. Όλοι στο σπίτι της την κοιτούσαν στα μάτια, ο λόγος της ήταν νόμος. Και σύντομα απόχτησε τη φήμη της αυστηρής, προκομμένης και αξιοσέβαστης χήρας.

Ο Θωμάς στεναχωριόταν, αλλά δε μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο. Τα βρήκε και πάλι με τη γυναίκα του, γέννησαν άλλα τρία παιδιά και έζησαν μαζί ειρηνικά ώσπου εκείνη έφυγε, λίγα χρόνια νωρίτερα.

Advertisements